Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Κριτική του βιβλίου Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης


Β ι β λ ι ο κ ρ ι τ ι κ ή Κοινωνίας Δρώμενα, τ. 2, 2014
Μ. Εμμανουηλίδης & Α. Κουκουτσάκη Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης Αθήνα: Futura, 2012
Κριτική από τον Παύλο Τριανταφύλλου[1]

Το ανέβασε ο Μάριος Εμμανουηλίδης στο  academia.edu από όπου και το αναδημοσιεύω

Το Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης (futura, 2012) των Μ. Εμμανουηλίδη & Αφ. Κουκουτσάκη είναι ένα έργο αποτελούμενο από δύο κείμενα γραμμένα μέσα στη και για τη συγκυρία της θεαματικής (επαν-)εμφάνισης της ΧΑ, μα που σκοπεύει ερμηνευτικά, μέσω μιας «μη συγκυριακής ανάλυσης της συγκυρίας» (σ. 13), σε κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες μέσης διάρκειας (για να θυμηθούμε τον όρο του Braudel). Φαινόμενα, δηλαδή, και διαδικασίες που ξεφεύγουν από την πιο στενή και εν πολλοίς απρόβλεπτη ροή της επικαιρότητας. Όπως είναι περίπου προφανές μια τέτοια θεωρητική απόφαση χρειάστηκε και απαίτησε την μεικτή χρήση πολλών θεωρητικών και αναλυτικών εργαλείων που συνήθως θεωρούνται ασυμβίβαστα, ασύμμετρα ή και εχθρικά μεταξύ τους. Οι διαδικασίες στις οποίες αναφέρονται οι συγγραφείς δεν ενοποιούνται σε μια κεντρική μήτρα. Αν με τυπικούς όρους η ανάλυση της συγκυρίας είναι η αναγωγή μιας σύνθετης κατάστασης σε κάποια μυστηριωδώς απλούστερα αντικείμενα και οντότητες, οι συγγραφείς, στον αντίποδα και προς τιμήν τους, καθιστούν πιο πολύπλοκη την κατάστασή μας, την επανασυνθέτουν σε μια εικόνα αντιφατική και ετερογενή. Αντί να μας μιλήσουν για το αντικείμενο ΧΑ, εστιάζουν στην ανασυγκρότηση εκείνου του πεδίου σχέσεων εξουσίας εντός του οποίου εμφανίστηκε η δυνατότητα ύπαρξης μιας τέτοιας οργάνωσης. Με μία έννοια, η μελέτη τους δεν καθοδηγείται από κάποιον εμπειρισμό, μα περισσότερο από μια μεθοδολογία ανάδειξης των συνθηκών ανάδυσης τέτοιων οργανώσεων. Συνεπώς, η σημασία αυτής της δημοσίευσης δεν έγκειται τόσο στην επιτυχή της πρόβλεψη περί της «εξάρθρωσης» της ΧΑ, αλλά στη συστηματική απόκάλυψη των μηχανισμών που επιτρέπουν την (επαν)εμφάνιση τέτοιου τύπου οργανώσεων, καθώς και του τρόπου με τον οποίο οι τελευταίες αξιολογούνται πλέον διαφορετικά, ως ορατές μορφές αυτού που συντελείται στο επίπεδο της ανακατανομής των εξουσιών του κράτους, της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, στη σημερινή τους ρατσιστική λειτουργία. Και το πρόσφατο ουκρανικό παράδειγμα στέκει εκεί ως μια κάποια επικύρωση της μεθοδολογίας τους.
Τα κείμενα βρίσκονται σε σχέση αμοιβαίας προϋπόθεσης και συνεπαγωγής. Κοινό θέμα και στα δύο είναι η παρούσα ενίσχυση της κρατικής κυριαρχικότητας, σύμφωνα με το φουκωικό σχήμα, ως τρόπου άσκησης της εξουσίας. Όχι όμως με τη μορφή μιας επιστροφής στη μοναρχική κυριαρχικότητα (αν και οι συγγραφείς φαίνεται σε κάποια σημεία να το υπονοούν), αλλά με τη μορφή του ρατσιστικού κράτους. Από τις πολύτροπες αιτίες για τις οποίες συντελείται αυτή η ανασυγκρότηση στο πλέγμα των εξουσιών και κάνουν αναγκαία την ενίσχυση αυτής της τροπικότητας της εξουσίας, ο Εμμανουηλίδης επιλέγει να σταθεί στην κρίση της νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής (gouvernementalité), που δημιούργησε την ανάγκη ενός «κυριαρχικού παραπληρώματος», ενώ η Κουκουτσάκη, παρακολουθώντας τους μετασχηματισμούς που συμβαίνουν στο επίπεδο των ποινικών θεσμών, στέκεται στην κατάρρευση του κράτους πρόνοιας και δικαίου και την ανάδυση του «ποινικού κράτους», σε μια εποχή που η επίσημη αντεγκληματική πολιτική τείνει να γίνει μια από τις θεμελιώδεις λειτουργίες του.
Θα περιοριστούμε μόνο στο επίδικο ζήτημα της σχέσης που τα δύο κείμενα αποδίδουν μεταξύ ΧΑ και πολιτικού συστήματος. Το ερώτημα της σχέσης αυτής δεν αναλαμβάνεται στη πλέον διακινούμενή του μορφή: «Η κότα έκανε το αβγό ή το αβγό την κότα»; Γιατί όπως μας πληροφορούν οι συγγραφείς «το τραπέζι ήταν στρωμένο», για να σερβιριστεί είτε το αυγό είτε η κότα. Πρέπει, λοιπόν, να εγκαταλείψουμε τους βεμπεριανούς ορισμούς και να στραφούμε στην ιστορία της οργάνωσης των μηχανισμών του ρατσιστικού κράτους. Πιο συγκεκριμένα, για τον Εμμανουηλίδη η ΧΑ δεν βρίσκεται ούτε εντός ούτε εκτός του κράτους, «η ΧΑ δεν είναι μια πολεμική μηχανή που τείνει να καταλάβει κράτος» (σ. 81). Δεν είναι ενσάρκωση του δημοκρατικού φόβου της συνταγματικής εκτροπής. Αντίθετα, «[…]είναι ένα πολιτικο- στρατιωτικό στοιχείο του ρατσιστικού Συστήματος (dispositif)» (σ. 79), ένα κομμάτι της πολιτικής οργάνωσης του ρατσισμού, επιφορτισμένο με τη «στρατηγική λειτουργία της παραγωγής των όρων επιτυχούς εισαγωγής των νέων κανόνων της ρύθμισης της ζωής του πληθυσμού» (σ. 79), δεδομένης της αδυναμίας του κρατικού συστήματος εξουσιών να τους επιβάλει. Και είναι μέσα από αυτή την αδυναμία, μέσα από τα ιδιαίτερα περιεχόμενα και τη μορφή αυτών των ελλείψεων, που τελικά παράγεται η παρατηρούμενη υπερθετικότητα «στις τεχνικές εφαρμογής δύναμης και παρουσίας που επιλέγει [η ΧΑ]» (σ. 81). Οι τεχνικές αυτές, για τον Εμμανουηλίδη, υπάρχουν και γίνονται επιδραστικές στο βαθμό που αποτελούν (ήδη) στοιχεία μιας κρατικής κυριαρχίας και μέριμνας σε κρίση. Σπεύδει, έπειτα, να ξεκαθαρίσει, όπως και η Κουκουτσάκη, δύο σημεία: α) ότι ο κρατικός ρατσισμός στην ελληνική του μορφή οργανώνεται τα τελευταία 25 χρόνια στην πλάτη των μεταναστών/-στριών. Επομένως, η ΧΑ δεν υποκαθιστά επιτυχώς κρατικές λειτουργίες, αλλά έπεται αυτών, εντός διαδικασιών που την ξεπερνούν ιστορικά, και β) ότι αυτό το σχήμα «συντροπικότητας» (Εμμανουηλίδης) κάθε άλλο παρά εντολοδοχικό μπορεί να θεωρηθεί, δεδομένου ότι δεν απαγορεύει στη ΧΑ, ως κρίσιμου πολιτικού παίχτη πλέον, να δρα σε σχετική αυτονομία, προκαλώντας πραγματικές μετατοπίσεις στο στρατηγικό πεδίο της πάλης και επιδρώντας βαροκεντρικά στην κυβερνητική ατζέντα με το να καθορίζει «το στρατηγικό έδαφος και τα επίδικά αντικείμενα της σύγκρουσης και της δράσης» (σ. 84).
Από την άλλη μεριά, η Κουκουτσάκη ασχολείται με τη ΧΑ ως εκείνο το φορέα άσκησης μιας «παιδαγωγικής» της βίας, η οποία συμβάλλει στην κανονικοποίηση των βίαιων πρακτικών του ποινικού κράτους, που χωρίς να είναι τυπικά νόμιμες, εντούτοις θεωρούνται νομιμοποιημένες. Το κόστος αυτής της «παιδαγωγικής», ανεκτό ή υπερβολικό, έγκειται στο βαθμό ιδιοποίησης εκ μέρους της ΧΑ κατασταλτικών και προνοιακών λειτουργιών. Εκεί που η κανονικοποίηση από τη μία και η ιδιοποίηση από την άλλη εντοπίζονται στη ζωντανή τους συνέργεια είναι η προταγματική εγγύτητα των δράσεων της ΧΑ και των ποινικών θεσμών: «[…] το ένα στάδιο, νοούμενο ως αταξία, συντελεί στη νομιμοποίηση του άλλου, νοούμενου ως αναγκαιότητα» (σ. 108). Σε αυτό το «συνεχές καταστολής» (Κουκουτσάκη), αν η ΧΑ εξυπηρετεί στην ανασήμανση της θεσμικής βίας ως κανονικότητας (σ. 104), εκείνο που δρέπει η ίδια είναι η συσπείρωση του συνταγματικού τόξου πίσω από την ασπίδα της νομιμότητας με όρους «μηδενικής ανοχής», συσπείρωση που επιτρέπει στη ΧΑ την, εντοπισμένη όσο και συνολική, απαξίωση του πολιτικού συστήματος: «[…] Παρατηρείται μια σύμπλευση κοινωνικών και πολιτικών φορέων στο επίπεδο της καταδίκης της εξωθεσμικής βίας της ΧΑ: Η δράση της ΧΑ καθιστά τον όρο «μηδενική ανοχή» κοινό τόπο, άρα απόλιτικοποιημένο όρο ή, με άλλα λόγια, η μηδενική ανοχή γίνεται ένας άλλος τρόπος να μιλάμε για τη νομιμότητα ως σημαντικό διακύβευμα της σημερινής πολιτικής» (σ. 109).
Καλωσορίζουμε, λοιπόν, τη σημαντική κυκλοφορία των εκδόσεων futura με την ελπίδα ότι οι παραπάνω επισημάνσεις θα βοηθήσουν στην ανάγνωση αυτού του γοητευτικού, «δύσβατου» και ιδιαίτερα χρήσιμου βιβλίου.



[1] 1 Υποψήφιος Διδάκτορας Ιστορίας των Επιστημών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών


Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Η καινοτομία της Ατομικής Τρομοκρατίας"

[αυτά που είπα στην συνέντευξη Τύπου με θέμα "Νέες εκφάνσεις του Αντιτρομοκρατικού Νόμου - Η καινοτομία της Ατομικής Τρομοκρατίας"]
Εικόνα: Imaginary Prison Giovanni Battista Piranesi 


Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι η δίκη και η δικαστική απόφαση, όχι μόνον στην συγκεκριμένη περίπτωση αλλά σε όλες τις περιπτώσεις, είναι η κατάληξη μιας διαδικασίας που ξεκινά πριν ακόμα από τη σύλληψη των κατηγορούμενων. Ξεκινά από τον χαρακτηρισμό και τον βαθμό επικινδυνότητας που αποδίδεται στους κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους προέλευσης. Αυτούς από τους οποίους αντλεί την συνήθη πελατεία του το ποινικό σύστημα.
Υπ’ αυτή την έννοια και η δικαστική απόφαση δεν παράγεται σε ένα θεσμισμένο ουδέτερο χώρο.
Παραπέμπει μεν στον νόμο αλλά ουσιαστικά συνιστά ερμηνεία του νόμου. Η δικαστική απόφαση δεν προέρχεται από ένα μηχάνημα στο οποίο ρίχνεις κέρμα και βγάζει απόφαση. Η ποινική δικαιοσύνη λειτουργεί δια των υποκειμένων της. Αλλά οι λειτουργοί της δικαιοσύνης δεν υπερίπτανται της κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας εντός της οποίας παράγουν αποφάσεις οι οποίες  έχουν την ισχύ «καθεστώτων αλήθειας». Δεν έχουν ανοσία απέναντι στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα και στα στερεότυπα, αντίθετα τα συντηρούν και τα αναπαράγουν μέσα από τη δράση τους, δρομολογώντας έτσι το σπιράλ της αυτοεκπληρούμενης προφητείας.  Δηλαδή, επηρεάζονται από τα κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα και ταυτόχρονα τα επηρεάζουν δια των αποφάνσεών τους. Εάν, όπως δείχνει η σύνθεση του ποινικού πληθυσμού, οι εγκληματίες αναζητούνται στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, άρα η δεσπόζουσα εικόνα είναι ότι τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα παράγουν εγκληματικότητα. Εάν οι αναρχικοί καταδικάζονται ως τρομοκράτες, η δεσπόζουσα εικόνα είναι ότι η αναρχία είναι  δεξαμενή  τρομοκρατών σχεδόν με όρους αυτονόητου.
Τα τελευταία δε χρόνια, τα χρόνια της κρίσης, κατά περιόδους, ο λόγος περί τρομοκρατίας, επικαλύπτει σχεδόν τον λόγο περί τάξης και ασφάλειας. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η αναφορά στην τρομοκρατία, ως θεσμικός λόγος, δεν συνιστά αυταπόδεικτη αλήθεια αλλά ερμηνεία της υπό εκδίκαση υπόθεσης, τουτέστιν προβολή νοήματος μέσα από αυτήν. Με άλλα λόγια, στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως την ανάπτυξαν οι συνήγοροι, μοιάζει να μην είναι η υποπερίπτωση του αντιτρομοκρατικού αυτή που εντάσσει τους κατηγορούμενους στην κατηγορία των τρομοκρατών αλλά να ακολουθείται μια αντίστροφη διαδικασία: Δηλαδή ο ήδη θεωρούμενος τρομοκράτης στεγάζεται εκ των υστέρων στην υποπερίπτωση του νόμου.
Και φυσικά δεν μπορεί κανείς ν’ απομονώνει τους Λόγους περί τρομοκρατίας από τα συμφραζόμενα της περιόδου. Δηλαδή μιας κοινωνίας που βρίσκεται στην καρδιά μιας οικονομικής και πολιτικής κρίσης η οποία προκαλεί πολλαπλές αναταράξεις και επιβάλλει την ανάγκη να αποκατασταθεί η εικόνα μιας ενοποιημένης συναινετικής κοινωνίας. Μια συνθήκη, δηλαδή, που κυοφορεί την κατασκευή εσωτερικών εχθρών, από τους μετανάστες μέχρι τους αναρχικούς και τους πολιτικά διαφωνούντες. Μια συνθήκη όπου ο Λόγος περί εγκληματικότητας γενικά και τρομοκρατικής απειλής ειδικότερα τείνει να συνοψίζει τα αίτια της ανασφάλειας τού κόσμου και να αποσπά συναινέσεις για αυστηρότερη ποινική πολιτική απέναντι σε δράστες/σώματα. Γιατί εκεί η τιμωρία είναι χειροπιαστή. Τιμωρούνται άτομα, υλικά σώματα. Οι θεσμοί είναι απρόσωποι, δεν υπάρχουν τιμωρίες με θεατή υλικότητα και σωματικότητα.
Όλα αυτά δεν είναι κάτι καινούργιο ούτε ελληνικό φαινόμενο. Οι πόλεμοι κατά της τρομοκρατίας και η ιδεολογική χρήση τους είναι παγκόσμιο και διαχρονικό φαινόμενο και, ως τέτοιο, έχει επηρεάσει βαθιά τις ποινικές πρακτικές, τόσο από την άποψη  θέσπισης νόμων [εμβληματικό παράδειγμα η Patriot Act] όσο και από την άποψη της συμβολικής μετατόπισης των λειτουργιών τους.
Και εννοώ μ’ αυτό  ότι οι υποχωρήσεις σε ζητήματα δικαιωμάτων, η εξαίρεση του νόμου κλπ να ορίζονται ως παράπλευρη απώλεια μιας αναγκαίας και αναπόφευκτης διαδικασίας εν ονόματι της ασφάλειας, εξ ου και σπάνια επισύρουν κυρώσεις ή νοούνται ως «καθαρή παρανομία».
Τα περιστατικά της σύλληψης των κατηγορούμενων για τη ληστεία στο Βελβεντό, είναι ένα παράδειγμα αυτού που εννοώ μιλώντας για αλλαγές -σε πραγματικό και συμβολικό επίπεδο- στη λειτουργία ήδη υπαρχόντων θεσμών χωρίς να χρειάζεται η θέσπιση νέων. Οι μεταβολές, δηλαδή, στον τρόπο λειτουργίας του τιμωρητικού μηχανισμού σε ό, τι αφορά τις ερμηνείες των υπαρχουσών ρυθμίσεων και τα, δι’ αυτών, κοινοποιούμενα νοήματα.
Θα σταθώ ειδικότερα στην εικόνα της κακοποίησης των συλληφθέντων και τα παράγωγά της ή μάλλον στα ερωτήματα τα οποία αφορούν το συνολικό μήνυμα που κοινοποιεί αυτή η απροκάλυπτη προβολή μιας υπέρμετρης θεσμικής βίας.
Τί αποκρύπτει και τί αποκαλύπτει αυτή η ανάρμοστη εικόνα των κακοποιημένων κρατούμενων. Αποκαλύπτει δυσλειτουργίες, α-ταξία του τιμωρητικού μηχανισμού ή, πολύ περισσότερο, δομικά του χαρακτηριστικά;
Εξαιρετικά αποκαλυπτική η δήλωση, τότε, του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, απαντώντας στην ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ για τις επίμαχες φωτογραφίες
«Ισχυρισμοί και γενικεύσεις που υιοθετούνται την ίδια ώρα που η ελληνική κοινωνία μάχεται την τρομοκρατία και τις καταστροφικές συνέπειες που μπορεί να έχει για το επίπεδο ζωής όλων των Ελλήνων πολιτών, θέτοντας σε κίνδυνο την προσπάθεια ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας και την ανοδική πορεία του Τουρισμού.»
Το εθνικό συμφέρον, λοιπόν, ως κεντρικός ιδεολογικός άξονας για την επίτευξη συναίνεσης απέναντι στην αυστηροποίηση του ποινικού μηχανισμού. Με άλλα λόγια, στο εργαλειακό και πολιτισμικό περιεχόμενο του αντι-τρομοκρατικού Λόγου, θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς μια ιδιαίτερα ισχυρή έκφραση του προτάγματος του εθνικού συμφέροντος, ακόμα και με κόστος την υποχώρηση του κράτους δικαίου σε ό, τι αφορά την ύλη των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου ή του κρατούμενου.  Έτσι, και η αστυνομική δράση μπορεί να είναι έκνομη για την αποτελεσματικότερη διαφύλαξη του νόμου και της τάξης. Αυτή η παραδοξότητα –της υποχώρησης του νόμου προκειμένου να εφαρμοστεί ο νόμος- μετατοπίζεται και εντοπίζεται μέσα στο δίκαιο, υπό τη σκέπη του έννομου καθολικού αγαθού «δημόσια τάξη»[1]
Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η «πρόχειρη επεξεργασία» των φωτογραφιών των συλληφθέντων και καθώς είναι μάλλον απίθανο να μην υπήρχε τεχνικά η δυνατότητα για καλύτερη επεξεργασία τους, θα μπορούσε να διαβαστεί ακριβώς ως πρόθεση για απόλυτη καθαρότητα της παραποιημένης εικόνας.
Μιας εικόνας η οποία αποκαλύπτει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο αυτό το οποίο επιφανειακά συγκαλύπτει. Δηλαδή την υλικότητα μιας βίαιης εξουσίας που αφήνει ορατά σημάδια στο σώμα του παραβάτη, κυρίως ως υλική υπενθύμιση στους νομοταγείς σε σχέση με το κόστος που συνεπάγεται η απείθεια.
Συμπερασματικά, λοιπόν, το ζήτημα του θεσμικού χαρακτηρισμού ως τρομοκράτη δεν είναι τεχνικό, είναι βαθιά ιδεολογικό καθώς η φόρτιση το όρου τρομοκράτης γεννά συναινέσεις για την επί της ουσίας εξουδετέρωση του δράστη μέσα από εξοντωτικές ποινές. Από αυτή τη ρητορική αντλεί νομιμοποίηση και η παλινδρόμηση των ποινικών πρακτικών σε προνεωτερικές μορφές, με κορωνίδα την υποχώρηση της αρχής της αναλογικότητας. Κυρίως είναι άκρως προβληματικό, γιατί σε ένα κράτος δικαίου ο ποινικός νόμος τιμωρεί πράξεις και όχι ιδεολογίες. Δηλαδή, τον καταλογισμό, τον χαρακτηρισμό του αδικήματος και την προσμέτρηση της ποινής θα πρέπει να τα καθορίζει αυτό που κάνεις και όχι αυτό που είσαι.  Είναι συνταγματική επιταγή, εξάλλου, να αντιμετωπίζεται ο άνθρωπος ως αυτοπροσδιοριζόμενο ον και όχι ως μέσο για την άσκηση μιας πολιτικής. Μόνον τότε γίνεται σεβαστή η αξία του ανθρώπου.
Και θα τελειώσω δανειζόμενη από το κείμενο του Θωμά Παπακωνσταντίνου, Η προστασία του Πολίτη υπό τη σκιά του Δεκέμβρη [http://crimevssocialcontrol.blogspot.gr/2009/12/h-1.html], το οποίο συνοψίζει όλα τα παραπάνω
  [Η] « Προστασία του Πολίτη» ως θεσμικός τίτλος που μέσα από τα ιστορικά συμφραζόμενα αποκτά ισχύ ονόματος κατάστασης, εγκαινιάζει επίσημα και παράλληλα επικυρώνει μια προϊούσα σχέση με το πολιτικό. Κάθε ερμηνεία της πολιτικής σημασίας του όρου «πολίτης» οφείλει να περιλαμβάνει το σύνολο των πολιτών ως ενιαίο πολιτικό σώμα. Όμως, από τη στιγμή που η εν λόγω έννοια μαγνητίζεται και ανακτά το περιεχόμενο της από τις σημασίες της ασφάλειας και της προστασίας, τότε η «Προστασία του Πολίτη» αντιπαραθέτει υπαινικτικά τον Πολίτη στον πολίτη . Δηλαδή, το συμβολικό ψηφιδωτό κατασκευάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε αυτό που αποκαλούμε «πολίτη» να μην αντιπροσωπεύει ένα ενιαίο πολιτικό υποκείμενο, αλλά να αμφιταλαντεύεται διαλεκτικά μεταξύ δύο αντιπαρατιθέμενων άκρων: από την μία πλευρά ο «Πολίτης» που αντιπροσωπεύει το «ενιαίο», «κανονικό», «υγιές» σώμα της πολιτικής κοινότητας. Από την άλλη ο «πολίτης» ως το διασκορπισμένο σύνολο στιγματισμένων ταυτοτήτων: των εξεγερμένων, των μεταναστών, των αθλίων, των φτωχών, των καταπιεσμένων, των άλλων. Από τη μία το κυρίαρχο κράτος των ενσωματωμένων Πολιτών, από την άλλη ο μιαρός τόπος των αποκλεισμένων σωμάτων. Εκεί τα δικαιώματα και το δίκαιο, εδώ η απροϋπόθετη τιμωρία.







[1] Παπακωνσταντίνου, Θ. (2008), Τι είναι η δημόσια τάξη στο ελληνικό δίκαιο, Διπλωματική εργασία στο ΜΠΣ του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου


Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Η δεοντολογία των ΜΜΕ ως παρένθεση

[η συμμετοχή μου στην παρουσίαση του τόμου, όπως φιλοξενήθηκε στην εφημερίδα Η εποχή στις 4 Φλεβάρη 2018, από όπου και ο τίτλος]

Ο συλλογικός τόμος, σε επιμέλεια Μαρίας Κομνηνού, Δημόσια σφαίρα σε κρίση. Πώς και γιατί παραβιάζεται η δεοντολογία στα ΜΜΕ (2009-2016), είναι προϊόν τριετούς έρευνα που διενεργήθηκε από το Εργαστήριο Οπτικοακουστικών Μέσων του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ  και περιλαμβάνει πολλές και σημαντικές θεωρητικές και ερευνητικές μελέτες.
Προκειμένου να μιλήσω γι’ αυτό το έργο, επέλεξα μια προσέγγιση στην οποία με οδηγεί η ίδια η δομή του και το περιεχόμενο των κειμένων που περιλαμβάνονται.  Δηλαδή να αναφερθώ στα μείζονα ερευνητικά θέματα τα οποία αποτελούν το κόκκινο νήμα που συνδέει τα επιμέρους κείμενα και θα αναπτύξω κάποιους δικούς μου προβληματισμούς, τους οποίους πυροδότησε η ανάγνωσή τους.
Ενόψει αυτής της προσέγγισης, το εισαγωγικό κείμενο της Μαρίας Κομνηνού ήταν άκρως ενδιαφέρον και βοηθητικό, καθώς καλύπτει μια μείζονα ανάγκη, δηλαδή την συνάρθρωση του αντικειμένου της θεωρητικής και εμπειρικής έρευνας με τα ευρύτερα συμφραζόμενα της περιόδου κατά την οποία διεξήχθη ενώ, ταυτόχρονα,  βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί τους λόγους επιλογής των επιμέρους κειμένων και να παρακολουθήσει την μεταξύ τους συνάφεια.
Ειδικότερα, ποια είναι η δομή της δημόσιας σφαίρας, ποιες αλλαγές συντελέστηκαν στον χρόνο και πώς αυτές αντανακλώνται στο δημόσιο λόγο. Οι αλλαγές στη δομή τού ίδιου του τοπίου των ΜΜΕ, ο ρόλος του διαδικτύου. Οι κυρίαρχοι λόγοι που αναδύθηκαν, οι εναλλαγές τους στο επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης και πώς όλα αυτά συναρθρώνονται με τον ιδεολογικό λόγο των ΜΜΕ.
Μια παρόμοια προσέγγιση είναι σημαντική, καθώς η δημοσιογραφική κάλυψη οποιουδήποτε γεγονότος δεν αυτονομείται από τα συμφραζόμενα αλλά, αντίθετα, αποτελεί μέρος  του δημόσιου λόγου για το γεγονός στο οποίο αναφέρεται. Επηρεάζεται απ’ αυτόν και συνάμα τον επηρεάζει.
Στα κείμενα του βιβλίου, ο ρατσισμός, ο εκφασισμός, η ξενοφοβία αναλύονται ως ζητήματα που χαρακτηρίζουν τις δυο βασικές αντιπαραθέσεις στο επίπεδο του δημόσιου λόγου: Μνημονιακός/ αντιμνημονιακός λόγος, φασιστικός-ρατσιστικός/αντιφασιστικός-αντιρατσιστικός λόγος και φυσικά η εθνικιστική εκδοχή που αποκαλύπτεται ή υπολανθάνει  σε διάφορες εκδοχές και του αντιμνημονιακού λόγου και δεν αναφέρομαι μόνον στην ΧΑ.
Κεντρική φιγούρα σ’ αυτό το περιβάλλον είναι ο οικονομικός μετανάστης, ως εν δυνάμει εγκληματίας και ο πρόσφυγας ως υγειονομική απειλή. Συχνά δε, οι δύο κατηγορίες εντάσσονται στον ενιαίο όρο «λαθρομετάστης», όρο που υποδηλώνει το ξένο, το ανοίκειο, το επίφοβο.
Ένα από τα θέματα που τίθενται σε κείμενα του τόμου αφορά την συνύπαρξη ποινικού και ιατρικού λόγου στον προσδιορισμό της απειλής την οποία προσωποποιεί ο Άλλος. Η Σοφία Καϊτατζή πραγματεύεται το θέμα του ρατσισμού μέσα από  μια ιστορική ανασκόπηση, επισημαίνοντας την αοριστία του όρου ράτσα και αναδεικνύοντας τα οικονομικά και συστημικά του αίτια, καθώς και τους διαχρονικούς καθορισμούς του.  Αναφέρεται, λοιπόν μεταξύ άλλων και στον επιστημονικό ρατσισμό του 19ου αιώνα.  Αυτό είναι αφορμή για ν’ ανοίξω μια παρένθεση που αφορά την γέννηση της Εγκληματολογίας ως αυτόνομης επιστήμης, μέσα από τη συνάντηση του ποινικού και ιατρικού λόγου που συστρατεύονται  για ν’ απαντήσουν στο ερώτημα «τί είναι ο εγκληματίας».
Ληξιαρχική πράξη γέννησης θεωρείται η έκδοση του βιβλίου του Τσέζαρε Λομπρόζο το 1876, Ο εγκληματίας άνθρωπος. Δηλαδή η διατύπωση της θεωρίας  περί του γεννημένου εγκληματία. Έναυσμα ήταν η μελέτη του κρανίου ενός χωρικού από την Καλαβρία,ο οποίος καταδικάστηκε ως ληστής και φυλακίστηκε μέχρι τον θάνατό του.
Μια φράση από τη σύνοψη της θεωρίας του:
Πολλά από τα χαρακτηριστικά που έχουν βρεθεί στους άγριους, και μεταξύ των έγχρωμων φυλών, εντοπίζονται επίσης και στους γεννημένους εγκληματίες. 
Τα χαρακτηριστικά που περιγράφει είναι κυρίως σωματικά χαρακτηριστικά αλλά περιλαμβάνει και πολιτισμικά δεδομένα όπως την νωθρότητα… εύκολη δεισιδαιμονία… και τελικά τη σχετική έννοια του θείου και των ηθών (Lombroso 1876: 435- 36, όπως αναφέρεται στο Melossi, 1999: 29)
Ανατρέχοντας δε στα κοινωνικά συμφραζόμενα της Ιταλίας του 19ου αιώνα και ειδικότερα στην άνιση ανάπτυξη μεταξύ εκβιομηχανιζόμενου Βορρά και προσδεδεμένου σε προκαπιταλιστικές δομές Νότου, παρατηρεί κανείς  ότι οι εγκληματίες, όπως περιγράφονται από τον Lombroso, διαθέτουν τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων του ιταλικού νότου, πληθυσμών, δηλαδή, οικονομικά και κοινωνικά στιγματισμένων. Στρατιωτικός γιατρός ο Λομπρόζο, που υπηρέτησε για κάποιο διάστημα στην νότια περιοχή της Καλαβρίας, εντυπωσιάστηκε σε τέτοιο βαθμό από την διαφορετική κουλτούρα των κατοίκων της, μία διαφορετικότητα την οποία προσπάθησε να ερμηνεύσει με βάση τη «φυλή».
 Έτσι γεννήθηκε η Εγκληματολογία ως αιτιολογική επιστήμη που  σε γενικές γραμμές αναπτύχθηκε με βάση το ιατρικό μοντέλο διάγνωση / θεραπεία /πρόγνωση, το οποίο έχει εξαιρετική αντοχή στον χρόνο, καθώς παραμένει η αντίληψη ότι ο εγκληματίας είναι μια ιδιαίτερη προσωπικότητα που τον διαφοροποιεί από τους νομοταγείς πολίτες
Ωστόσο, διαπιστώνεται μια μείζων διαφορά τις τελευταίες δεκαετίες, η οποία μας φέρνει και στα ζητήματα του συλλογικού έργου που συζητάμε. Δηλαδή το  πέρασμα από τα ατομικά χαρακτηριστικά στα κοινωνικά, φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτικά χαρακτηριστικά ομάδων, το πέρασμα από το άτομο στην ομάδα προέλευσης.
Αυτή η ανασήμανση της έννοιας της επικινδυνότητας, με σαφή ρατσιστικό προσανατολισμό, μετεγγράφεται και στον λόγο περί δημόσιας τάξης και ασφάλειας, όπου υποχωρεί η έννοια της σωφρονιστικής μεταχείρισης έναντι της ασφάλειας και της ανάγκης διαχείρισης του κινδύνου που αποτελούν οι επικίνδυνες ομάδες διαμέσου της εξουδετέρωσής τους σε κλειστά ιδρύματα. Έτσι, η εγκληματικότητα καθίσταται βασικός άξονας του Λόγου περί του Άλλου, ο οποίος, στις διάφορες εκδοχές του, πρωταγωνιστεί στα κείμενα του βιβλίου, αντανακλώντας και την στροφή στον Λόγο των θεσμών και, κατ’ επέκταση, στις επιδράσεις του στην κοινωνία: Το πέρασμα, δηλαδή, από το κοινωνικό στο ποινικό κράτος όπου το πρόταγμα δεν είναι η πρόνοια αλλά η ασφάλεια. Το περίφημο μοντέλο της μηδενικής ανοχής στις διάφορες παραλλαγές του.
Παράλληλα, το θεωρητικό και εργαλειακό οικοδόμημα της μηδενικής ανοχής μετεγγράφει στον δημόσιο λόγο προβλήματα που εντάσσονται στον χώρο της κοινωνικής πρόνοιας σε ζητήματα ασφάλειας αλλά και ατομικής ευθύνης. Παράγεται έτσι  ένα πλέγμα νοημάτων, όπου συναρθρώνεται η απενοχοποίηση της κοινωνίας, η οποία δεν ευθύνεται για τα δεινά των άλλων, και η ενοχοποίηση της φτώχειας. Με δυο λόγια, το μοντέλο αυτό,  τόσο στην ποινική όσο και στην κοινωνική σφαίρα  είναι μοντέλο αποκλεισμού κι όχι ένταξης (οι φτωχοί, φτωχότεροι, οι εγκληματίες στις φυλακές).
Η περίπτωση της διαπόμπευσης των οροθετικών γυναικών, με την οποία ασχολείται η Γιάννα Αθανασάτου, εικονογραφεί κυριολεκτικά και μεταφορικά αυτές τις τάσεις και την τύχη που επιφυλάσσεται όχι μόνον στους παραβάτες αλλά στους απόβλητους που παράγει η διαχείριση της κρίσης, τους θεωρούμενους ως κοινωνικά απορρίμματα. Παράλληλα, η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα συνάντησης ποινικού και ιατρικού λόγου,  εξεικονίζοντας την  περίπτωση της γυμνής ζωής.
Θυμάμαι κάτι από εκείνη την περίοδο, το οποίο μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση. Κάποιος, κατά δήλωσή του συγγραφέας, είχε χρησιμοποιήσει τις φωτογραφίες των οροθετικών γυναικών, γράφοντας μια τραγική ιστορία για κάθε μία από αυτές, αφήνοντας να εννοηθεί ότι είναι η πραγματική τους ιστορία. Και ήταν εντυπωσιακή η απήχηση αυτής της κατασκευής στα σόσιαλ μίντια, με πολλές κοινοποιήσεις και σχόλια για την ανθρώπινη δυστυχία. Αυτό ως παράδειγμα από το μιντιακό διαδραστικό πεδίο τού πώς υποδέχεται η κοινωνία την παραβίαση των δικαιωμάτων, αρκεί η αφήγηση να την εμπλέκει συναισθηματικά.
Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η παραβίαση κανόνων της δεοντολογίας φυσικοποιείται ως απόρροια και της θεσμικής ακύρωσης δύο αρχών: Του τεκμηρίου της αθωότητας και του ότι κανείς δεν εξαιρείται από την προστασία του δικαίου για να αναλάβει τον ρόλο του φοβοσυσωρρευτή.  Έτσι, η παραβίαση κανόνων της δεοντολογίας  λειτουργεί με όρους «κοινής λογικής», καθώς και θεσμικά σπάνια ορίζεται ως τέτοια και κυρώνεται.
Οι έρευνες που αποτελούν το αντικείμενο του βιβλίου αποκαλύπτουν κι ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο, δηλαδή το οπλοστάσιο των επικοινωνιακών οργανισμών να αναδεικνύουν το γεγονός απομειώνοντάς το  από το πολιτικό του φορτίο εάν αυτό προκαλεί εντάσεις ή επιχειρώντας συμψηφισμούς, ανασύροντας για παράδειγμα τη θεωρία των δύο άκρων. 
Παράδειγμα αυτού του τελευταίου είναι η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και δίκη της ΧΑ και εξαιρετικά ενδιαφέροντα τα σχετικά άρθρα, με έμφαση στα δημοσιεύματα του Πρώτου Θέματος.
Η κάλυψη της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, όπως αναλύουν οι Μέμηγκα και Γέρου, δεν σηματοδοτεί μια αλλαγή πολιτικής απέναντι στην δράση της ΧΑ αλλά εμπλουτίζει την ευπώλητη δημοσιογραφία του αίματος και του σπέρματος, βασικό άξονα εξάλλου του δημοσιογραφικού λόγου της εφημερίδας. Έτσι, κατά τις συγγραφείς, το πρωτοσέλιδο με την φωτογραφία του Παύλου Φύσσα να ψυχορραγεί στην αγκαλιά της συντρόφου του αποτελεί μια δεύτερη δολοφονία. Ωστόσο η φωτογραφία είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου ή μάλλον ο οδοδείκτης της συνολικής κάλυψης, η οποία καλύπτει παρενθετικά τα κυρίως ειδησεογραφικά θέματα [δολοφονία, δίκη] και αναδεικνύει ό, τι συμβαίνει στο περιθώριό τους και έχει μια δυναμική δραματοποίησης που απευθύνεται αποκλειστικά στο θυμικό του αναγνώστη, υπακούοντας στην αρχή προσωποποίηση / δραματοποίηση.  Μια τεχνική την οποία επισημαίνουν οι Μέρμηγκα, Γέρου, είναι να μην διαχωρίζεται το ρεπορτάζ απ’ το σχόλιο και να παράγεται ένα προϊόν το οποίο κοινοποιεί το επιθυμητό μήνυμα συγκαλύπτοντας τα κενά που θα άλλαζαν το περιεχόμενό του. Με δυο λόγια, από-ιστορικοποιώντας και από-πολιτικοποιώντας το γεγονός.
Προφανώς, όμως, αυτός ο επιφανειακά αποστειρωμένος πολιτικά λόγος, με έμφαση στο ανθρώπινο δράμα δεν είναι α-πολιτικός, απλώς αναδεικνύει την ευελιξία του ιδεολογικού λόγου της εφημερίδας, καθώς μπαίνει στο παιγνίδι τόσο ο καθεστωτικός λόγος όσο και ο αντιμνημονιακός, ενώ παράλληλα υπάρχει πλήθος δημοσιευμάτων με καθαρά ρατσιστικό περιεχόμενο και στόχο τους μετανάστες. Δηλαδή, συνυπάρχουν αντιθετικά ζεύγη, όπου η διαχείριση του ζητήματος της εγκληματικής δράσης της ΧΑ συνυπάρχει με την τάση για ευτελισμό και μείωση των, κατά κύριο λόγο, θυμάτων της. Έτσι κι ο ιδιότυπος αντιμνημονιακός λόγος του ΠΘ,  συνομιλεί σε μεγάλο βαθμό με αυτόν της ΧΑ αλλά με όρους κανονικοποίησής τΗς.
Προσωπικά θεωρώ ότι η πολιτική γραμμή του ΠΘ εξεικονίζει την επιφανειακή αντίφαση που εμφανίζει η ελληνική κοινωνία. Δηλαδή να δικάζεται η ηγεσία ενός πολιτικού κόμματος με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, να παρακολουθεί αυτό το πήγαινε – έλα των βουλευτών απ’ τα έδρανα της βουλής στα έδρανα του δικαστηρίου και να διατηρεί η ΧΑ τα ποσοστά της, σαν να μην έχουν μεσολαβήσει τα γεγονότα που οδήγησαν στη δίκη, σαν να μην εξελίσσεται επί μήνες η δίκη.
 Και λέω επιφανειακή αντίφαση διότι είναι πεποίθησή μου είναι  προϋπήρχε αυτή η πολιτισμική ατμόσφαιρα η οποία ευνόησε την άνοδο της Χρυσής Αυγής. Με άλλα λόγια,  ότι η ΧΑ είναι η πολιτική έκφραση ενός ρατσιστικού, ξενοφοβικού μουρμουρητού που διέτρεχε την ελληνική κοινωνία και στο οποίο διοχετεύτηκε η οργή και η απογοήτευση σημαντικού μέρους του πληθυσμού, που υπερβαίνει και τα εκλογικά ποσοστά της.
Πιθανόν κάπου εκεί να βρίσκεται και η απάντηση στο γεγονός ότι ούτε η δολοφονία του Παύλου Φύσσα  ούτε η δίκη υπήρξαν καταλύτης για την δυναμική της ΧΑ.  
Γενικότερα και καθώς τα κείμενα του τόμου αναφέρονται στους διάφορους ρατσισμούς και την μιντιακή τους διαχείριση, νομίζω ότι η δεοντολογία παραμένει μια παρένθεση καθώς οι διάφορες παραλλαγές του ιδεολογικού λόγου των ΜΜΕ που παρουσιάζονται, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, συγκλίνουν σ’ έναν καθησυχαστικό λόγο  ο οποίος χωροθετεί τη βία και την διαφορετικότητα με όρους αυτονόητου που καταπίνουν τους κανόνες της δεοντολογίας.
Και διατυπώνω την υπόθεση ότι στους όλο και διευρυνόμενους πληθυσμούς που  βιώνουν συνθήκες απόλυτης ένδειας και κοινωνικής απαξίωσης πιθανόν να βλέπουμε το φάντασμα του δικού μας μέλλοντος.  Και εδώ τοποθετείται το συμβολικό κομμάτι της βίας των θεσμών που δεν απευθύνεται μόνον στον απείθαρχο αλλά κυρίως στον πειθαρχημένο για να του δείξει ακριβώς το κόστος της ενδεχόμενης απειθαρχίας.
Κυρίως εδώ, πιστεύω ότι εδράζονται οι εκδοχές των ρατσισμών και το εθνικιστικό ήθος, το Εμείς και οι Άλλοι στην διεκδίκηση με όρους αναφαίρετων δικαιωμάτων και με τον καλλιεργούμενο φόβο περαιτέρω συρρίκνωσης ζωτικού χώρου εδαφικού ή άλλου. Και σημειώνω το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το τελευταίο κείμενο του τόμου, Ρατσιστικός και ξενοφοβικός λόγος στα ελληνικά ΜΜΕ. Η συμφωνία ΕΕ –Τουρκίας και η προσφυγική κρίση,  που υπογράφουν η Ελένη Κυριακίδου και ο Πέτρος Γκόγκας.
Υπ’ αυτό πρίσμα μιλάω για καθησυχαστικό λόγο, καθώς ρητά, υπόρρητα  ή μέσα από εξισορροπητικούς των διαφορετικών εκδοχών λόγους, τα καθεστωτικά και όχι μόνον μίντια ακόμα κι όταν δεν αναπαράγουν κυρίαρχους λόγους περί νόμου, τάξης και ασφάλειας, δεν τους αμφισβητούν ούτε τους υπονομεύουν.
 




Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Κείμενα της φυλακής* και ο λόγος περί «σωφρονιστικής» μεταρρύθμισης

[Το κείμενο μου από το συλλογικό έργο Εικόνες Φυλακής, Πατάκης, 2006]

Περίληψη

 Αντικείμενο της μελέτης είναι ο λόγος του κρατούμενου περί ποινικής δικαιοσύνης, παρανομίας και κοινωνικής επανένταξης. Πιο συγκεκριμένα, μέσα από κείμενα ελλήνων κρατουμένων τα οποία έχουν δημοσιοποιηθεί με διάφορους τρόπους (βιβλία, καταγγελίες, δημοσιεύματα), διερευνάται η σχέση ανάμεσα στην επίσημη ρητορική περί «αναμόρφωσης» του εγκληματία και τους τρόπους με τους οποίους προσλαμβάνει ο κρατούμενος αυτή τη λειτουργία της ποινής. Το ζήτημα της «σωφρονιστικής μεταρρύθμισης» διαμορφώνει ένα πεδίο στο οποίο μοιάζει να συγκλίνουν ο επίσημος λόγος περί φυλακής και ο λόγος του κρατούμενου καθώς εμφανίζεται ως κοινό το αίτημα για μια «καλύτερη φυλακή». Το περιεχόμενο, ωστόσο, το οποίο αποκτά το αίτημα αυτό στο λόγο του κρατούμενου τείνει να αφορά «λιγότερη φυλακή», ενώ τα αναμορφωτικά μέτρα μετεγγράφονται, ως παροχές και όχι ως υποχρεώσεις, στο χώρο των δικαιωμάτων του ανθρώπου (δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην εργασία, την υγειονομική περίθαλψη…).


Σκοπός της [φυλακής] είναι η βελτίωση του εγκληματία. Η κοινωνική επανένταξη, η επακοινωνικοποίηση του εγκληματία είναι το πρακτικό αποτέλεσμα της βελτίωσης στην οποία επικεντρώνεται η σωφρονιστική προσπάθεια [….] Ο σκοπός της βελτίωσης τοποθετείται στο πεδίο της ηθικής αξιολόγησης, προϋποθέτει κάποιον ο οποίος ηθικά υπολείπεται […] Η καταδίκη, λοιπόν, επάγεται ηθικό στιγματισμό που επεκτείνεται με τον εγκλεισμό στην φυλακή, αλλοιώνει την κοινωνική ταυτότητα και την ηθική ποιότητα του ατόμου και το ακολουθεί και μετά την έξοδό του από τη φυλακή. Μια πρώτη, λοιπόν, λειτουργική έκφανση αυτής της ιδεολογίας είναι να διακρίνει τα άτομα σε «καλούς» που τηρούν το νόμο και σε «κακούς» που τον παραβιάζουν. Η βασική αυτή ιδέα διέπει απ’ άκρου σ’ άκρο τη μεταχείριση στην οποία υποβάλλεται ο κρατούμενος στη φυλακή και χαρακτηρίζει τους επιμέρους σωφρονιστικούς θεσμούς (Δασκαλάκης, Η. 1988: 33)


Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’70, έτυχε να διαβάσω μια συνέντευξη του ιταλού σεναριογράφου και σκηνοθέτη Sergio Citti, συνεργάτη και φίλου του Pier Paolo Pasolini, με εμπειρία εγκλεισμού σε διάφορα «σωφρονιστικά» ιδρύματα της Ιταλίας. Σ’ αυτήν την συνέντευξή του, ο Sergio Citti δήλωνε ότι προτιμά τις παραδοσιακές φυλακές σαν την Regina Coeli[1] από τις φυλακές-πρότυπα όπως η Rebibbia,[2] «στις οποίες φορούσαμε σορτσάκια και παίζαμε τένις στο προαύλιο».[3] Νεοφώτιστη αναγνώστρια του Pasolini, αλλά και μεταπτυχιακή σπουδάστρια Εγκληματολογίας που είχε επισκεφθεί επανειλημμένα το πρότυπο κέντρο της Rebibbia, μελετώντας το ως υπόδειγμα εφαρμογής της έννοιας της σωφρονιστικής μεταχείρισης, αναζήτησα τότε την απάντηση σ’ αυτήν την «παράδοξη» δήλωση στην έννοια της οικείας κουλτούρας, έτσι όπως καταγράφεται στα βιβλία του Pasolini Τα παιδιά της ζωής και Βίαιη ζωή και σε ταινίες του όπως ο Accatone και το Μamma Roma. Αρκετά χρόνια αργότερα σκέφτηκα ότι ο Sergio Citti, «συνομιλούσε» μάλλον και με τον Michel Foucault:

Αλλά υπήρξαν και εξεγέρσεις ενάντια στις πρότυπες φυλακές, στα ηρεμιστικά, στην απομόνωση, ενάντια στα ιατρικά ή εκπαιδευτικά συστήματα […] Εξεγέρσεις αντιφατικές ενάντια στην εξαθλίωση, αλλά και ενάντια στην άνεση, ενάντια στους φύλακες αλλά και ενάντια στους ψυχίατρους […] Επρόκειτο, όμως, καθαρά για εξεγέρσεις σε επίπεδο σωμάτων, ενάντια στο ίδιο το σώμα της φυλακής. Ήταν η υλική της πραγματικότητα στο μέτρο που λειτουργεί σαν όργανο και σαν φορέας της εξουσίας. Ήταν όλη αυτή η τεχνολογία της εξουσίας πάνω στο σώμα, που η τεχνολογία της "ψυχής" - εκείνη των παιδαγωγών, των ψυχολόγων και των ψυχίατρων - δεν κατορθώνει ούτε να συγκαλύψει, ούτε ν' αντισταθμίσει, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι η ίδια ένα από τα εργαλεία της (Φουκώ, 1976/ 1989:44)

Στην Ελλάδα δεν υπήρξαν ποτέ πρότυπες φυλακές, «αποστειρωμένα» περιβάλλοντα στα οποία εφαρμόζονται διαγνωστικές και αναμορφωτικές τεχνικές. Έτσι, σε κείμενα κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές η σωφρονιστική παρέμβαση αναπαριστάται στην πιο καθαρή, στην υλική της εκδοχή: είναι βία «σε επίπεδο σωμάτων». Το ίδιο ισχύει και με τις ειδικές συνθήκες κράτησης (ψυχιατρεία κρατουμένων) και γενικότερα την (ψυχ)ιατρική μεταχείριση, η οποία αναπαριστάται ως μορφή χειραγώγησης και καταστολής του απείθαρχου εγκλείστου, θυμίζοντας τον τρόπο με τον οποίο χαρακτηρίζει ο Foucault την ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών Attica:

Μηχανή της μηχανής ή μάλλον ο αποκλεισμός του αποκλεισμού, ο αποκλεισμός σ’ ένα δεύτερο βαθμό. Εκεί στέλνουν όποιον δεν μπορεί να ενταχθεί στη μηχανή, αυτόν που η μηχανή δεν καταφέρνει να αφομοιώσει, αυτόν που δεν μπορεί να συντρίψει σύμφωνα με τη μηχανική της διαδικασία. Έτσι, χρειάζονται ένα πρόσθετο μηχανισμό (Foucault 1992: 8,9)

Αντικείμενο της παρούσας μελέτης αποτελεί ο λόγος του κρατούμενου περί ποινικής δικαιοσύνης, παρανομίας και κοινωνικής επανένταξης. Πιο συγκεκριμένα, θα διερευνηθεί το περιεχόμενο το οποίο αποδίδει ο κρατούμενος στην εγγενώς αντιφατική έννοια της σωφρονιστικής μεταχείρισης,[4] αντιφατικότητα η οποία σήμερα αποκαλύπτεται σε όλο και ευρύτερα ακροατήρια.[5]
 
Απονομιμοποίηση και ουδετεροποίηση του λόγου του κρατούμενου

Το θέμα της φυλακής και της σωφρονιστικής μεταχείρισης αποτελεί συχνά αντικείμενο του δημόσιου λόγου, ενώ αφθονεί το βιβλιογραφικό υλικό που αναφέρεται στην αξιολόγηση μοντέλων κράτησης, μεθόδων μεταχείρισης και σε προτάσεις μεταρρύθμισης του θεσμού. Αντίθετα, ο λόγος του κρατουμένου αποτελεί σπάνια αντικείμενο μελέτης προκειμένου να αποκωδικοποιηθούν οι «εικόνες φυλακής» (ή «καλύτερης φυλακής»), τις οποίες παράγει το ίδιο το υποκείμενο που βιώνει τις συνθήκες του εγκλεισμού. Γενικότερα δε, οι τρόποι με τους οποίους συμμετέχει ο λόγος του κρατούμενου στον δημόσιο λόγο περί φυλακής του επιφυλάσσουν σχεδόν πάντα μια περιθωριακή θέση.
Με τους όρους απονομιμοποίηση και ουδετεροποίηση θέλω να αναφερθώ στη σχέση του λόγου του κρατούμενου με την επίσημη ρητορική περί της φυλακής. Ως απονομιμοποίηση ορίζω στο γεγονός ότι ο λόγος του κρατούμενου αντιμετωπίζεται ως προκατειλημμένος, άρα εξ ορισμού αναξιόπιστος.[6] Ειδικότερα, η αποσαφήνιση (μέσω της ποινικής διαδικασίας) και η εμπέδωση (μέσω του εγκλεισμού) της ταυτότητας του εγκληματία, περιστέλλει ή καταπιέζει άλλες εκδοχές της ταυτότητας του κρατούμενου, οι οποίες, εντάσσοντάς τον σ’ ένα συμβατικό ηθικό σύμπαν, θα παρείχαν εγκυρότητα και αξιοπιστία στο λόγο του.
Με τον όρο ουδετεροποίηση αναφέρομαι στην ενσωμάτωσή του λόγου του κρατούμενου στον επίσημο «μεταρρυθμιστικό» λόγο, όταν το κράτος εμφανίζεται να συνδιαλέγεται με τους κρατούμενους στη βάση του κοινού στόχου για μια «καλύτερη φυλακή», ορίζοντας - ως πιο ισχυρός φορέας λόγου - την ημερήσια διάταξη και τους άξονες του «σωφρονιστικού προβλήματος».[7] Ενδεικτικά αναφέρω το ζήτημα της αποσυμφόρησης των φυλακών: Τα αιτήματα των κρατουμένων για τη λήψη νομοθετικών μέτρων μείωσης των ποινών ή αποποινικοποίησης αφομοιώθηκαν σε μια ρητορική, η οποία αναδεικνύει ως κεντρικό πρόβλημα των φυλακών τον υπερπληθυσμό, συσκοτίζοντας έτσι το γενικότερο ζήτημα μιας κατασταλτικής λογικής «πανποινικοποίησης» - η οποία αναπόδραστα γεννά και αναπαράγει το ειδικότερο πρόβλημα του υπερπληθυσμού - και το δομικό πρόβλημα της εγγενούς παθολογίας του θεσμού που δεν θεραπεύεται με μεταρρυθμίσεις.

Κανένα μέτρο βελτίωσης δεν μπορεί να αποδώσει αν περιορίζεται σε μια μόνο φάση του φαινομένου της ποινικής καταστολής και δεν συνδέεται με το σύνολό του […] Όταν το κράτος εξακολουθεί να έχει και να καλλιεργεί κατασταλτική νοοτροπία σε όλα τα επίπεδα, δεν μπορεί να πείσει ότι επιδιώκει ουσιαστικά τη βελτίωση – δηλαδή την αποδυνάμωση – του ενός μόνο επιπέδου καταστολής, δηλαδή του «σωφρονιστικού» μόνο συστήματος (Μανωλεδάκης, Δίκαιο και Πολιτική, χ.χ. τ. 19-20: 8. Βλέπε επίσης, Μανωλεδάκης, 1989).[8]

Ωστόσο εάν, μεταξύ απονομιμοποίησης και ουδετεροποίησης, εστιάσει κανείς την ανάλυση εκεί όπου διασταυρώνονται – και όχι πάντα ως αιχμηρά ξίφη – οι λόγοι, τότε μπορεί να επισημάνει κάποια σημεία «σύγκλησης» ανάμεσα στον επίσημο μεταρρυθμιστικό λόγο και τον λόγο του κρατούμενου για μια «καλύτερη φυλακή», ενώ, μέσα από τις ζοφερές εικόνες του εγκλεισμού, συχνά υπολανθάνει αυτό που θα λέγαμε δυναμική του θεσμού να λειτουργήσει διευκολύνοντας την κοινωνική επανένταξη. Για παράδειγμα, ανάμεσα στα αιτήματα των κρατουμένων εμφανίζεται συχνά αυτό της στελέχωσης των φυλακών με εξειδικευμένο προσωπικό (ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, εγκληματολόγοι), έτσι ώστε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα είδος «διαλόγου» με τον εγκληματολογικό λόγο, ο οποίος εισηγείται επίσης την ύπαρξη προσωπικού «μεταχείρισης» στις φυλακές. Στο λόγο του κρατούμενου, όμως, το αίτημα εμφανίζεται σε ποικίλες εκδοχές, με συνηθέστερη αυτή της ανάγκης επαφής του με άτομα που δεν ανήκουν στο προσωπικό φύλαξης και τα οποία θεωρούνται, κατά τεκμήριο, εξειδικευμένα και ικανά να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των δεινών του εγκλεισμού. Οποιοδήποτε, όμως, κι αν είναι το ειδικότερο περιεχόμενο του αιτήματος για μια «καλύτερη φυλακή», το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να απομονωθεί από την ίδια τη θεσμική πραγματικότητα του εγκλεισμού, η οποία, στις ενότητες που ακολουθούν, αποτελεί το πλαίσιο για την ανάπτυξη των επιμέρους ζητημάτων.

Μέθοδος ανάλυσης και οριοθέτηση του αντικειμένου

Η σχέση του κρατούμενου με τη γραφή, είναι μια σχέση μοναδική, η οποία δεν έχει το αντίστοιχό της ούτε καν στη σχέση συγγραφέων με τη συγγραφή βιβλίων για τη φυλακή. Όπως έλεγε ο Foucault, πριν σαράντα περίπου χρόνια, προλογίζοντας το αφιέρωμα του γαλλικού περιοδικού Esprit, Ο κόσμος των φυλακών:

Ο φυλακισμένος δεν έχει επάγγελμα. Γι’ αυτό συχνά γράφει πολύ: στη μάνα του, στον πρόεδρο της δημοκρατίας, στους υπουργούς, στους βουλευτές, στον ιερέα, στους φίλους του, στον ίδιο του τον εαυτό […] Με τη γραφή προσπαθεί να ξεφορτωθεί την αδικία και τη μοναξιά του. Σε ύφος άλλοτε πικρόχολο και σαρκαστικό, άλλοτε απελπισμένο, πάντοτε όμως ειλικρινές ακόμα κι όταν επιχειρεί να εξωραΐσει την αλήθεια (Ο ιός της Κυριακής, εφημερίδα Ελευθεροτυπία 22/5/1994: 46)[9]

Δανειζόμενοι δε από τον Goffman, θα μπορούσαμε να δούμε τα «κείμενα της φυλακής» και ως συναρτημένα με την ανάγκη να επανακτήσει το άτομο, μέσω της γραφής, κάποιο είδος ελέγχου απέναντι σ’ ένα περιβάλλον που του καθορίζει «ποιος είναι». Της ανάγκης του, με άλλα λόγια, να οριοθετήσει και να ανασυντάξει μια «αποσαρκωμένη μέχρι το κόκαλο» ύπαρξη.[10]
Το πραγματολογικό υλικό της μελέτης αποτελείται από κείμενα ελλήνων κρατουμένων (μαρτυρίες, αυτοβιογραφικά κείμενα, καταγγελίες κλπ), τα οποία έχουν δημοσιοποιηθεί με διάφορους τρόπους (εκδόσεις βιβλίων,[11] δημοσιεύματα σε εφημερίδες και περιοδικά ή ειδικά έντυπα όπως το περιοδικό της φυλακής…[12] κλπ.). Το γεγονός ότι αναφέρομαι στο πραγματολογικό υλικό με όρους ο λόγος του κρατούμενου δεν προϋποθέτει σε καμία περίπτωση έναν ενιαίο λόγο ή κάποια εξαρχής ταξινόμηση των κρατουμένων σε ειδικότερες κατηγορίες, οι οποίες εκφέρουν διαφορετικό και διακριτό λόγο. Πρόθεσή μου είναι να ανιχνεύσω τους τρόπους με τους οποίους ορίζει ο κρατούμενος την κοινωνική του θέση και τη σχέση του με τους θεσμούς και αυτό αποτέλεσε το κριτήριο της επιλογής του συγκεκριμένου υλικού από τα κείμενα των κρατουμένων. Κατά συνέπεια, αυτονόητο είναι ότι ακόμα και τα παραθέματα τα οποία υποστηρίζουν τις ενότητες που ακολουθούν (πολλώ δε μάλλον το σύνολο του υλικού), περιλαμβάνουν πολύ περισσότερες πληροφορίες από όσες επιτρέπει η οικονομία αυτού του κειμένου.[13] Στην παρατήρηση αυτή δεν εντάσσεται, ωστόσο, ο τρόπος που διαχειρίζομαι το ζήτημα της βίας, η οποία, σε κάθε δυνατή της εκδοχή, ανήκει στον συγκείμενο που παράγει το υπό εξέταση υλικό. Με άλλα λόγια, έχοντας πλήρη επίγνωση της εξωθεσμικής, παράνομης βίας, η οποία πολύ συχνά ασκείται στους κρατούμενους, επέλεξα να εστιάσω στο θέμα της θεσμικής βίας - δομικό στοιχείο της συνθήκης του εγκλεισμού - το οποίο συσκοτίζει η επίσημη ρητορική περί της ηθικής αποστολής της φυλακής να «παράγει ενάρετους ανθρώπους».
Ως πιο πρόσφορη μέθοδος ανάλυσης ενός παρόμοιου υλικού κρίθηκε η ποιοτική ανάλυση περιεχομένου. Έτσι, οι βασικές πληροφορίες αναζητήθηκαν στα λανθάνοντα νοήματα της αφήγησης μιας οριακής εμπειρίας, όπως είναι αυτή του εγκλεισμού, η οποία αναπόδραστα καθορίζει («εγκλωβίζει») τον λόγο του υποκειμένου που την βιώνει και, ταυτόχρονα, την αφηγείται μέσα από αυτονόητες αποσιωπήσεις ή παραμορφώσεις. Αν, λοιπόν, η επίσημη ρητορική περί φυλακής είναι αυτό που αποκαλεί ο Pavarini: «η μεγάλη κοινωνική λογοκρισία της φυλακής» (Pavarini, 1999:311), αντίστοιχα ο λόγος του κρατούμενου, ο οποίος τείνει να «αποκαλύψει την αλήθεια της φυλακής», είναι μια άλλη αναπαράσταση του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται.
Το εγχείρημα της ανάλυσης των κειμένων της φυλακής οριοθετείται από μια σειρά παραμέτρων, οι οποίες θα πρέπει να επισημανθούν.
Μια πρώτη παράμετρος αφορά τη δυσκολία να προσεγγίσει κανείς παρόμοια κείμενα και να είναι σίγουρος ότι δεν παραβιάζει τις προθέσεις του υποκειμένου το οποίο εκφέρει λόγο περί δικαιοσύνης, εγκληματικότητας, φυλακής, σωφρονιστικής μεταχείρισης, ποινικού πληθυσμού κλπ. Με άλλα λόγια, στην ανάλυση ενός παρόμοιου υλικού ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να αποδώσει κανείς στους κρατούμενους / συγγραφείς μια δέσμη προθέσεων, οι οποίες στην πραγματικότητα ανήκουν στα περιβάλλοντα ή τις ομάδες εκτός φυλακής που διαχειρίζονται τη δημοσιοποίησή του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απέφυγα να προτάξω ταξινομήσεις έναντι του περιεχομένου, ορίζοντας εκ προοιμίου τον λόγο του κρατούμενου ως «καταγγελτικό», «αυτοβιογραφικό» κ.ο.κ. Να υιοθετήσω, δηλαδή, «εκ των έξωθεν» προσδιορισμούς της συνθήκης «κείμενα που γράφονται στη φυλακή» και της ανάγκης του εγκλείστου να γράφει, όποιο κι αν είναι το περιεχόμενο και το ύφος της γραφής του.
            Κατά συνέπεια, μια δεύτερη παράμετρος αφορά τους τρόπους δημοσιοποίησης αυτού του υλικού, τουτέστιν τις μορφές διαμεσολάβησης ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη. Για παράδειγμα, στην περίπτωση βιβλίων γραμμένων από κρατουμένους, δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς τόσο κάποιο επίπεδο «αυτολογοκρισίας» του συγγραφέα, ο οποίος θέλει να δει το βιβλίο του δημοσιευμένο, όσο και τις παρεμβάσεις στο περιεχόμενο και τη μορφή του κειμένου, τις οποίες αναπόδραστα συνεπάγεται όχι μόνον η γλωσσική επιμέλεια της έκδοσης, αλλά, κυρίως, η αντίληψη του εκδότη περί των αναμονών του αναγνωστικού κοινού.
Ακόμα πιο σαφής είναι η παρέμβαση (με τη μορφή της συγκρότησης ενός πλαισίου πρόσληψης του υλικού), στην περίπτωση κειμένων τα οποία περιλαμβάνονται σε δημοσιεύματα εφημερίδων ή περιοδικών για τις φυλακές, είτε γενικά, είτε για κάποιο έκτακτο – άρα δημοσιογραφικά ενδιαφέρον – γεγονός που συνδέεται με τις φυλακές (εξεγέρσεις, απεργίες πείνας, αποδράσεις κλπ.). Οπότε, ακόμα και όταν τα κείμενα δημοσιεύονται αυτούσια, η αφήγηση των γεγονότων, των σκέψεων, των συναισθημάτων του κρατούμενου εντάσσεται σε μια ευρύτερη «δημοσιογραφική αφήγηση»: Ο ιδεολογικός λόγος του δημοσιεύματος και όχι το κείμενο του κρατούμενου «κάνει τα γεγονότα να παράγουν νόημα» (Hall, 1989: 102). Πολλώ δε μάλλον, εφόσον πρόκειται για θέματα όπως το έγκλημα και η ποινή, τα οποία δεν είναι «ανοιχτά» σε πολλαπλούς ορισμούς, έτσι ώστε ένας εναλλακτικός λόγος να είναι σε θέση να αμφισβητήσει την εγκυρότητα του κυρίαρχου και να εδραιώσει τη θέση του στο δημόσιο χώρο (Hall,1988: 355).[14]
Μια τελευταία παράμετρος αφορά τη σχέση του ερευνητή με το αντικείμενό του, καθώς το συγκεκριμένο υλικό περιέχει μαρτυρίες που αφορούν οριακές συνθήκες και καταστάσεις, οι οποίες ενίοτε δυσκολεύουν τη συναισθηματική απόσταση και τη νηφάλια ματιά.

 

Αναπαραστάσεις περί ποινικής δικαιοσύνης

Μήπως δεν καθορίζει η πνευματικότητα τον τρόπο της υλικής ζωής; Σίγουρα ναι. Μα ποιος μπορεί να μου πει ποια είναι η πνευματική δύναμη ενός παιδιού 21 χρονών, μεγαλωμένου μέσα στην αθλιότητα; […] Πώς μπορέσατε, λοιπόν, και ρίξατε μια τόσο μεγάλη ευθύνη σ’ ένα τόσο μικρό παιδί με μικρή σκέψη και εξίσου μικρή και άδεια ζωή. Πώς; (Από την απολογία του Γιάννη Πετρόπουλου, στη δίκη του σε δεύτερο βαθμό το 1991)


Με βάση αυτήν την έρευνα [σημείωση: σχετικά με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων (sentencing)] ανέπτυξα ένα ορθολογικό μοντέλο και επιχείρησα να εξετάσω πώς λειτουργούν στην πράξη οι αρχές του ποινικού συστήματος – που είναι ευρύτατα αποδεκτές από νομικούς και εγκληματολόγους – (αρχή της αναλογικότητας της ποινής με το έγκλημα, επικουρικότητα του ποινικού συστήματος, ακριβής πληροφόρηση γύρω από την προσωπικότητα του κατηγορουμένου κλπ.). Ένας συνεργάτης μου έβαλε αυτό το μοντέλο στον υπολογιστή. Κάθε φορά που θέλαμε να το εφαρμόσουμε σ’ ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, δοκιμάζαμε μια καταπληκτική εμπειρία. Ρωτούσαμε: «σ’ αυτή την περίπτωση … και στην άλλη … ποια είναι η αντίστοιχη ποινή;». Η μηχανή απαντούσε πάντοτε: «καμία ποινή». Ποτέ δεν βρισκόταν συγκεντρωμένες όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται , ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να απαγγείλει μια ποινή που, στο πλαίσιο του συστήματος, να θεωρείται δίκαιη! (Hulsman & Bernat de Celis, 1997: 67)

Αν θα έπρεπε να συνοψίσω σε μια φράση τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται η ποινική δικαιοσύνη στα κείμενα των κρατουμένων, η φράση αυτή θα ήταν: Η Δικαιοσύνη σας είναι άδικη. Η εξουσιαστική σχέση η οποία συνιστά, ούτως ή άλλως, δομικό στοιχείο της ποινής, εμφανίζεται εντελώς απονομιμοποιημένη, καθώς υπάρχει πλήρης αμφισβήτηση της εξουσίας του τιμωρού: δεν πρόκειται για ποινή, αλλά για καθαρή βία και μάλιστα ανορθολογική – οι λέξεις άδικη και εκδικητική όσον αφορά τη δικαιοσύνη εμφανίζονται πάμπολλες φορές στα κείμενα.
Στο πλαίσιο της γενικής αυτής παρατήρησης εντάσσονται ειδικότερα στοιχεία τα οποία αφορούν την αυστηρότητα των ποινών, τη διαφορετική ποινική αντιμετώπιση παρόμοιων πράξεων, την αδιαφορία για τα αιτήματα των κρατουμένων και τις συνθήκες εκτέλεσης των ποινών. Μια ειδικότερη δε εκδοχή της αναπαράστασης της «άδικης δικαιοσύνης», αποτελεί και αυτό το οποίο αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στα κείμενα των κρατουμένων: η αίσθηση ότι καταδικάστηκαν ερήμην τους, ότι ο λόγος τους ακυρώθηκε, απορροφήθηκε σε προκατασκευασμένες εκδοχές της πραγματικότητας η οποία τους αφορούσε.
Η εικόνα, ωστόσο, της «απονομιμοποιημένης δικαιοσύνης», η οποία περιλαμβάνει και συνοψίζει όλα τα επιμέρους, είναι αυτή η οποία αναφέρεται στην επιλεκτικότητα του ποινικού μηχανισμού: ο ποινικός πληθυσμός στρατολογείται κατά κύριο λόγο από τα ασθενέστερα στρώματα, τα οποία είναι ήδη περιθωριοποιημένα στο πλαίσιο άλλων θεσμών, όπως η εργασία, η εκπαίδευση, ο ελεύθερος χρόνος κλπ. Ένα στοιχείο, δηλαδή, του οποίου η σταθερή παρουσία στην ιστορία του θεσμού αναδεικνύεται κυρίως μετά τη δεκαετία του ’60, με την εμφάνιση των «αναθεωρητικών» τάσεων στη μελέτη των τιμωρητικών συστημάτων και της λειτουργικής τους αποστολής και αναπαράγεται, σε διάφορες εκδοχές του, στο λόγο του κρατούμενου.[15]
Προκειμένου, όμως, να αναζητήσουμε τα δομικά στοιχεία τα οποία συγκροτούν την αναπαράσταση της άδικης δικαιοσύνης, θα πρέπει να εισάγουμε στην ανάλυση το ζήτημα της λογικής και της κοινωνικής οργάνωσης του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.

Όπως ακριβώς ένας χάρτης δεν είναι το έδαφος, έτσι και μια προβληματική κατάσταση είναι πάντοτε κατασκευασμένη – και αναγκαστικά αποδυναμωμένη – όταν αντιμετωπίζεται από κάποιο θεσμό, ένα οργανισμό ή ένα πρόσωπο. Έπεται ότι η εγκυρότητα της εν λόγω κατασκευής μπορεί να αμφισβητηθεί κάθε στιγμή (Hulsman & Bernat de Celis, 1997: 46. ).[16]

Πράγματι, η ποινική εκκαθάριση μιας υπόθεσης αναπόδραστα την μεταφέρει από το φυσικό (κοινωνικό) της περιβάλλον στο «τεχνητό» περιβάλλον της ποινικής διαδικασίας, εστιάζει στην πράξη και όχι στην κατάσταση, κατά συνέπεια δεν επιτρέπει να αναδομηθεί η πραγματικότητα του εγκληματικού συμβάντος.[17] Είναι προφανές, λοιπόν, ότι πρόκειται για διαφορετικούς «ορισμούς της κατάστασης» ανάμεσα στον κατηγορούμενο και τους δικαστές του και ότι αυτό το οποίο δομείται στην πραγματικότητα μέσα από την ποινική διαδικασία είναι κάποια εκδοχή της αλήθειας - με βάση το υλικό που υποβάλλεται στην κρίση των δικαστών (Δασκαλάκης, 1985: 122, 123) - η οποία αποκτά έτσι την ισχύ μιας θεσμικής πραγματικότητας και καθορίζει την μετέπειτα ζωή του ατόμου: η επιβολή της ποινής το εντάσσει στην κατηγορία των εγκληματιών, επανακαθορίζοντας παράλληλα και την προσωπικότητα του.

Δεν ενδιαφέρει ποια είναι η πραγματική ταυτότητα του ατόμου: ο νόμος τον κατατάσσει μ’ ένα προκαθορισμένο τρόπο και τον δικάζει ανάλογα […] Ο ποινικός μηχανισμός καθορίζει τα υποκείμενα τα υποκείμενα με τα οποία έρχεται σε επαφή και αυτό το κάνει με την αυθεντία που τον χαρακτηρίζει (Garland, 1990/1999: 311).


Αναπαραστάσεις παρανομίας

Οπλισμένη μ’ ένα μαχαίρι μια μάνα ξεκινά, από κάποιο χωριό της Ελλάδας για να αναγκάσει με την απειλή του μαχαιριού, τον αρραβωνιαστικό της κόρης να την παντρευτεί. Δεν το κατορθώνει και τον σκοτώνει, γιατί η κόρη θεωρείται πια ατιμασμένη. Ποιος είναι λοιπόν ο ηθικός αυτουργός του εγκλήματος; Το κράτος κι οι θεσμοί ποτέ δεν δικάζονται, έτσι δικάζεται η μάνα ισόβια και ρίχνεται στη φυλακή (Αργυρίου – Κυρίτση, 1986: 7)

Η ποινική ιδεολογία ακόμα και σήμερα δανείζεται από τον ντυρκαϊμιανό μύθο περί μιας κοινωνικής συνείδησης η οποία ενσωματώνει όλα τα μέλη της κοινωνίας, ειδικότερα κατά τη στιγμή της παραβίασης των κανόνων. Δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η πρόσληψη και ο καθορισμός ορισμένων συμπεριφορών ως εγκληματικών ή κοινωνικά αρνητικών στα πλαίσια της κυρίαρχης κουλτούρας ανταποκρίνονται πολλές φορές σε σημαντικά διαφορετικές αναπαραστάσεις (Baratta, 1989: 20, 21)

Η ενότητα αυτή αναφέρεται, ουσιαστικά, στο «πρόσωπο» με το οποίο ο κρατούμενος / συγγραφέας εμφανίζεται – ή τον εμφανίζουν – στους αναγνώστες των κειμένων του. Μ’ αυτήν την έννοια, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι μορφές διαμεσολάβησης ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, οι οποίες προαναφέρθηκαν. Με την επιφύλαξη αυτή, κατέταξα τις αναπαραστάσεις περί παρανομίας στις ακόλουθες κατηγορίες:
Κοινωνικός ντετερμινισμός - αποδοχή του ρόλου. Όπως υποστηρίζει ο Melossi, οι εγκληματίες δεν αναπτύσσουν ανοσία απέναντι στον επικρατούντα κοινωνικό λόγο περί εγκληματικότητας αλλά, αντίθετα, είναι έτοιμοι να τον επιβεβαιώσουν τόσο με τις πράξεις τους, όσο και με την εικόνα που διαμορφώνουν για τον ίδιο τους τον εαυτό (Melossi, 1999: 33). [18] Πράγματι, ένα από τα στοιχεία που αναδεικνύονται στα κείμενα είναι ότι ο κρατούμενος εμφανίζει τον εαυτό του ως εγκληματία που τον κατασκεύασαν οι κοινωνικές συνθήκες: αν ο ποινικός πληθυσμός στρατολογείται κατά κύριο λόγο από τις ασθενέστερες ομάδες, αυτό είναι αποτέλεσμα των συνθηκών ζωής τους, οι οποίες, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανάγονται σε εγκληματογόνους παράγοντες. Μ’ αυτήν την έννοια, τα κείμενα των κρατουμένων συχνά αναπαράγουν δεσπόζουσες εικόνες σε ό,τι αφορά τους παράγοντες εγκληματογένεσης, «συνομιλώντας» με εκδοχές του εγκληματολογικού λόγου οι οποίες εστιάζουν στην επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος.
Παράλληλα, η - με αυτούς τους όρους - «αποδοχή του ρόλου», συναρτάται με μια εικόνα θυματοποίησης, την οποία ενισχύει η αυστηρότητα των ποινών και οι συνθήκες εγκλεισμού που επιδρούν καταστροφικά στην ψυχική και σωματική οντότητα και τις κοινωνικές σχέσεις των κρατουμένων.[19]
Πολιτικός χαρακτήρας του εγκλήματος. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και στο πλαίσιο του αντι-εγκληματολογικού κινήματος,[20] διατυπώθηκε για πρώτη φορά στον ακαδημαϊκό χώρο, από μια ομάδα Άγγλων ριζοσπαστών εγκληματολόγων, η άποψη ότι το έγκλημα είναι μορφή πολιτικής απείθειας, προϊόν μιας πολιτικής συνείδησης του δράστη, έστω κι αν αυτή δεν είναι πάντα σαφής, ξεκάθαρη (Taylor, Walton & Young, 1973). Παρόμοιοι ορισμοί του εγκλήματος αποτέλεσαν τον πυρήνα του λόγου περί εγκλήματος ο οποίος αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των πολιτικών χώρων που συγκροτήσανε το κίνημα της φυλακής στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αλλά και σε μεταγενέστερες κινητοποιήσεις για την κατάσταση των σωφρονιστικών ιδρυμάτων.[21]
Μια τόσο «καθαρή» εκδοχή του πολιτικού χαρακτήρα του εγκλήματος δεν εμφανίζεται συχνά στα κείμενα των ίδιων των κρατουμένων. Έτσι, θα πρέπει να διευκρινίσω πώς χρησιμοποιώ τον όρο πολιτικός χαρακτήρας του εγκλήματος στην ανάπτυξη η οποία ακολουθεί. Με τον όρο αυτό αναφέρομαι σε αναπαραστάσεις περί παρανομίας, οι οποίες εκπορεύονται από την προβληματοποίηση όχι του εγκλήματος, αλλά της έννομης τάξης.[22] Με άλλα λόγια, οι διαδικασίες εγκληματοποίησης αναπαριστώνται ως αναγκαίες όχι για τον έλεγχο του εγκλήματος, αλλά για τη διατήρηση και αναπαραγωγή των κοινωνικών διαφοροποιήσεων και των κοινωνικών σχέσεων ανισότητας. Κατά συνέπεια, αυτό το οποίο ορίζεται ως εγκληματικότητα και οι τρόποι θεσμικής διαχείρισής της, είναι το αναπόδραστο αποτέλεσμα της ανάγκης ελέγχου των καταπιεζόμενων ή των εν δυνάμει επικίνδυνων για την εξουσία ομάδων.[23]
Ένα από τα πιο ενδεικτικά κείμενα αυτής της κατηγορίας, είναι το βιβλίο της Σοφίας Αργυρίου-Κυρίτση (1986), στο οποίο οι άμεσες αναφορές στον πολιτικό χαρακτήρα του εγκλήματος αφορούν την ποινικοποίηση του αναρχικού χώρου[24] και την επιλεκτικότητα του τιμωρητικού μηχανισμού, η ανάδειξη της οποίας διατρέχει όλο το κείμενο. Αναπτύσσεται, όμως, και μια άλλη εκδοχή του θέματος, η οποία αφορά την αναπαράσταση της γυναίκας /εγκληματία, κυρίως μέσα από τις ιστορίες κρατουμένων που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Η αναπαράσταση αυτή συναρτάται με τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας, ειδικότερα σε περιβάλλοντα που χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη ισχυρού κοινωνικού ελέγχου, όπως είναι αυτά των κλειστών κοινωνιών. Έτσι, η γυναίκα / εγκληματίας ταυτίζεται με τη γυναίκα / θύμα καταπιεστικών, εξουσιαστικών σχέσεων και το έγκλημα αναπαριστάται ως η μόνη δυνατή αντίδραση σ’ αυτές.[25] Μια μεταφορά δε, την οποία χρησιμοποιεί η συγγραφέας, για να αναφερθεί στη συμβατική ηθική και την έννομη τάξη, είναι η γυναικεία πορνεία:

Η πορνεία είναι κάτι που αντιμετωπίζεται με αποστροφή από την υποτιθέμενη ηθική κοινωνία. Αν κι αυτή ακόμα η ηθική της κοινωνίας εμπεριέχει την ταξινόμηση των ανθρώπων, σύμφωνα με την οποία, είναι απόλυτα σωστό ο ένας που βρίσκεται σε θέση ισχύος να επιβάλλεται στον άλλο […] Ο υπάλληλος, γυναίκα ή άνδρας, που δέχεται ταπεινά τις διαταγές του προϊσταμένου του, έστω κι αν δεν τις θεωρεί σωστές, το κάνει για να μην χάσει τη δουλειά του και τα χρήματα που κερδίζει απ’ αυτήν […] Αυτή η σχέση υπαλλήλου με τον προϊστάμενο, που στηρίζεται στο χρήμα, δεν είναι εκπόρνευση; (Αργυρίου-Κυρίτση, 1986: 9, 10).[26]

Ο συνειδητοποιημένος παράνομος. Δεν είναι ασύνηθες το είδος των αυτοβιογραφιών, στις οποίες δεν αναπαράγονται τα τρέχοντα στερεότυπα περί εγκλήματος και εγκληματία, η δε παράνομη δραστηριότητα εμφανίζεται ηθικά δικαιωμένη. Ωστόσο, από τα κείμενα ελλήνων κρατουμένων, μόνον στο βιβλίο του Κώστα Σαμαρά, Καταζητείται (1999) εντόπισα κάποια συγγένεια με αυτήν την τάση μυθοποίησης του παράνομου.[27] Ένα λόγο, δηλαδή, περί παρανομίας, σύγκρουσης με την έννομη τάξη και φυλακής, την ιδιαιτερότητα του οποίου δεν θα μπορούσα να αγνοήσω ή να «συνοψίσω» ως υποδιαίρεση κάποιας άλλης κατηγορίας.
Ο όρος «συνειδητοποιημένος παράνομος» δεν αναφέρεται στη συνήθη αναπαράσταση «υιοθέτησης του ρόλου» ως αποτέλεσμα του ποινικού στιγματισμού και της συνακόλουθης κοινωνικής απόρριψης και περιθωριοποίησης. Αντίθετα, η παράνομη δραστηριότητα εμφανίζεται να αποτελεί συνειδητή επιλογή, όπως οποιαδήποτε άλλη επιλογή ζωής, την οποία δεν έχουν καθορίσει παράγοντες που ο εγκληματολογικός λόγος θα όριζε ως «εγκληματογενετικούς». Ειδικότερα, στο συγκεκριμένο βιβλίο, ως κίνητρο της παράνομης δραστηριότητας αναφέρεται το «κυνηγητό της αδρεναλίνης» και η παρανομία φέρεται ως μια ιδιότυπη «επαγγελματική δραστηριότητα». Ο όρος αυτός απεκδύεται από συμβατικές ηθικές αξιολογήσεις και, κατά συνέπεια, δεν παραπέμπει σ’ αυτό το οποίο επίσημα ορίζεται ως «κατ’ επάγγελμα εγκληματίας». Έτσι, και η «υιοθέτηση του ρόλου» προσλαμβάνει ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο, το οποίο είναι συνάρτηση του ορισμού του παράνομου:

Ο συνειδητοποιημένος παράνομος οφείλει να διατηρεί μια ισορροπία μεταξύ της απόλαυσης από την πράξη του και του αρχικά επιδιωκόμενου αποτελέσματός της, αν θέλει να μείνει ζωντανός ή να μην σαπίσει στη φυλακή. Πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να είσαι συνειδητοποιημένος, αλλά να μην καταφέρνεις να κρατάς πάντα αυτή την ισορροπία του μέτρου (Σαμαράς, 1999: 10).

Ο ορθολογισμός του συνειδητοποιημένου παράνομου υπογραμμίζεται και από το τρόπο με τον οποίο αναπαριστάται η σύγκρουση με τις Αρχές, ως σύγκρουση μεταξύ «επαγγελματιών» με διαφορετικά συμφέροντα και στόχους,[28] ενώ η βία - αναπόδραστο στοιχείο της - αναπαριστάται χωρίς δραματικές εξάρσεις:

Επί τόπου όπως ήμουνα πεσμένος ανάσκελα ήρθε κι έκατσε επάνω μου ο χοντρός υπαστυνόμος που είχε χάσει κι αυτός την ψυχραιμία του και με φιλοδώρησε με δυο τρεις μπουνιές στο στήθος και στο πρόσωπο για το “κατόρθωμά” μου (σημείωση: πολλοστή απόπειρα απόδρασης). “Λύσσαξες σήμερα, ρε πούστη, λύσσαξες!” “Σταμάτα χοντρούλη, το παιγνίδι τελείωσε, κόφ’ το!” έκανα εγώ, που βέβαια δεν ήμουνα και σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση απ’ αυτόν» (Σαμαράς, 1999: 353).

Στη συγκεκριμένη αφήγηση μιας περιπετειώδους ζωής «στην κόψη του ξυραφιού», οι ζοφερές εικόνες του εγκλεισμού - κυρίαρχες σε άλλα κείμενα του υλικού - υποχωρούν έναντι της αρχιτεκτονικής αναπαράστασης των χώρων μέσα από λεπτομερείς περιγραφές. Με άλλα λόγια, κεντρικό στοιχείο της αφήγησης δεν αποτελούν οι μορφές προσαρμογής ή διεξόδου από τα δεινά του εγκλεισμού, αλλά η υλική (δι)έξοδος από τη φυλακή, τουτέστιν η απόδραση, η οργάνωση της οποίας αποτελεί το πρώτο μέλημα του συγγραφέα μετά από κάθε νέα σύλληψη ή μεταγωγή. Το στοιχείο αυτό, ως στοιχείο της εικόνας με την οποία παρουσιάζεται ο συγγραφέας στο κοινό, «φωτίζεται» έμμεσα και από το λόγο περί συλλογικοτήτων (πολιτική ένταξη, συλλογικές μορφές διαμαρτυρίας των κρατουμένων). Οι σχετικές αναφορές είναι ελάχιστες, σχεδόν περιθωριακές, και η σημασία τους αναδεικνύεται όχι τόσο από το περιεχόμενό τους, όσο από τον τρόπο με τον οποίο εντάσσονται στο κείμενο. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν οι αναφορές στη μεγάλη εξέγερση του ’90, οι οποίες περιορίζονται σε μερικές μόνον παραγράφους (Σαμαράς, 1999:342-3), αναδεικνύοντας έτσι πολύ πιο εύγλωττα από τη ρητή αμφισβήτηση της δυναμικής της, την εγκυρότητα της «ατομικής εξέγερσης» απέναντι στη στέρηση της ελευθερίας, τουτέστιν της απόδρασης.

Συμπεράσματα: Το αίτημα για μια καλύτερη φυλακή


Σε τελευταία ανάλυση δεν ζητάμε δικαιοσύνη αλλά λιγότερη αδικία, δεν ζητάμε ανθρωπιά αλλά λιγότερη απανθρωπιά, δεν ζητάμε πολιτισμό αλλά λιγότερη βαρβαρότητα (από επιστολή κρατουμένων στις φυλακές Λάρισας, όπως αναφέρεται στο Μελέτης, 1992: 61).

Η κοινωνική επανένταξη είναι ένας στόχος ο οποίος θα πρέπει να επιδιώκεται όχι διαμέσου της φυλακής, αλλά παρά την ύπαρξη της φυλακής […] Από την σκοπιά της κοινωνικής επανένταξης του κρατούμενου, αναμφίβολα η καλύτερη φυλακή είναι η φυλακή που δεν υπάρχει: καμιά φυλακή δεν είναι χρήσιμη ενόψει αυτού του στόχου, αλλά υπάρχουν φυλακές χειρότερες από άλλες (Baratta, 1991: 73)

Στην έρευνα του ΕΚΚΕ Ο θεσμός της φυλακής στην Ελλάδα,[29] η εικόνα της φυλακής στις παραστάσεις των εγκλείστων εμφανίζεται αρνητική σε ποσοστό 82%. Πέραν του, αναμενόμενου εξάλλου, μεγάλου ποσοστού εγκλείστων που αποδίδουν στη φυλακή αρνητικές λειτουργίες, έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο προσδιόρισαν οι ερευνητές τη θετική λειτουργία της φυλακής: «η διαπαιδαγώγηση και δημιουργία σωστών πολιτών ή η δίκαιη πληρωμή του κακού που κάποιος έκανε». Έτσι, με βάση τα στοιχεία της έρευνας, το 14% των εγκλείστων φέρεται να αποδέχεται τις λειτουργίες τις οποίες αποδίδει στη φυλακή η επίσημη θεωρητική της θεμελίωση (Ερευνητική ομάδα εγκληματολογίας του ΕΚΚΕ, 1988:254).
            Στην ανάλυση των κειμένων τα οποία αποτέλεσαν το υλικό της παρούσας μελέτης, δεν υπήρξε κανενός είδους ποσοτικοποίηση των δεδομένων, έτσι ώστε να μεταφέρω σε ποσοστά μια θετική εικόνα των λειτουργιών της φυλακής, όπως προσδιορίστηκαν παραπάνω. Από την μέχρι τώρα ανάπτυξη, όμως, καθίσταται εμφανές ότι η εικόνα μιας «καλύτερης φυλακής» προκύπτει ακόμα και μέσα από έναν έκδηλα καταγγελτικό λόγο, καθώς δεν είναι πάντα σαφές αυτό το οποίο, εάν το μετεγγράφαμε στο ακαδημαϊκό ιδίωμα, θα το ορίζαμε ως «εγγενή παθολογία του θεσμού».[30] Με άλλα λόγια, η δυνατότητα της φυλακής να λειτουργήσει διευκολύνοντας την κοινωνική επανένταξη εκφράζεται ρητά ή υπολανθάνει στο περιεχόμενο των περισσότερων από τα κείμενα με τα οποία οι κρατούμενοι απευθύνονται στο κράτος και την κοινωνία. Ενδεικτικά:
                       
 Ζητάμε να δημιουργηθούν εργαστήρια σε όλες τις κλειστές φυλακές και ειδικά στις φυλακές Κορυδαλλού, ώστε να αξιοποιείται δημιουργικά ο ελεύθερος χρόνος μας. Αυτό που υφιστάμεθα σήμερα είναι να εξαναγκαζόμαστε σε απραξία, με αποτέλεσμα εμείς οι κατά κανόνα νέοι άνθρωποι να τελούμε σε κατάσταση εκνευρισμού και να στραγγαλίζεται το δικαίωμά μας για δημιουργία […] Ζητάμε πραγματικά εργαστήρια, στα οποία ο καθένας να μπορεί να μάθει μια τέχνη που όταν βγει από τη φυλακή να την εξασκήσει γινόμενος χρήσιμος στον εαυτό του και στο σύνολο.
 Ζητάμε να δοθεί επιτέλους προσοχή στο δικαίωμά μας για μάθηση και εκπαίδευση […]
Ευελπιστούμε ότι ο πνευματικός και πολιτικός κόσμος της χώρας θα σταθεί στο πλευρό μας στην πάλη μας για δίκαιη και ανθρώπινη μεταχείριση. Αισιοδοξούμε ότι με την ανάληψη πρωτοβουλίας από σας θα μπουν οι βάσεις για την αναμόρφωση της σωφρονιστικής πολιτικής και την τροποποίηση του σωφρονιστικού κώδικα για να ανατείλει μια καινούργια εποχή για τους φυλακισμένους (Από υπόμνημα κρατουμένων στις φυλακές Κορυδαλλού της 27.5.1981, το οποίο περιλαμβάνει 33 συνολικά αιτήματα, όπως αναφέρονται στο περιοδικό «της φυλακής…», τ. 4: 14, 17).

Έχοντας ορίσει ως συγκείμενο του αιτήματος για μια καλύτερη φυλακή, τη θεσμική πραγματικότητα του εγκλεισμού, προκειμένου να αποκωδικοποιηθεί αυτό το αίτημα, θεωρώ ιδιαίτερα βοηθητικές τις έννοιες τεχνικές μεταχείρισης και δικαιώματα του εγκλείστου (Baratta, 1991: 74).
Οι τεχνικές μεταχείρισης παραπέμπουν σε μια αντίληψη περί ιδιαιτερότητας της προσωπικότητας του εγκληματία, ο οποίος υπολείπεται ηθικά, ως εκ τούτου θα πρέπει να υποβληθεί στην κατάλληλη σωφρονιστική μεταχείριση.[31] Προσδίδεται, κατά συνέπεια, στη φυλακή μια αναμορφωτική λειτουργία. Έτσι και το στοιχείο του χρόνου συνιστά δομικό στοιχείο όχι μόνον της ποινής/ανταπόδοσης, αλλά και της ποινής/αναμόρφωσης: ο ρόλος της διάρκειας είναι να ενσωματωθεί ο χρόνος στη λειτουργία της ποινής για να επιτρέψει την αποτελεσματικότητα όχι μόνον της τιμωρίας, αλλά και της μεταμόρφωσης του κρατούμενου σε «ενάρετο άνθρωπο» (Φουκώ, 1976/1989: 145).
Αν, όμως, αντιστρέψουμε το επιχείρημα και εστιάσουμε στον αποκοινωνικοποιητικό χαρακτήρα της φυλακής, τότε αυτό το οποίο ορίζεται ως τεχνικές μεταχείρισης, μετεγγράφεται στον χώρο των δικαιωμάτων του ανθρώπου και ειδικότερα του κρατούμενου: αν η ποινή του εγκλεισμού συνεπάγεται μόνον τη στέρηση της ελευθερίας κίνησης στο χώρο, η πραγματικότητα του εγκλεισμού συνεπάγεται την απογύμνωση του κρατούμενου από ο,τιδήποτε συγκροτεί την προσωπικότητα και την κοινωνική του ταυτότητα. Όπως πολύ ωραία περιγράφει ο Goffman στα Άσυλα, κεντρικό χαρακτηριστικό των ολοπαγών ιδρυμάτων, όπως είναι η φυλακή, είναι η κατάρρευση των φραγμών που χωρίζουν τις τρεις σφαίρες της ζωής του ατόμου: κοιμάται, εργάζεται, διαχειρίζεται τον ελεύθερο χρόνο του στον ίδιο χώρο και με τους ίδιους συμμέτοχους, οι οποίοι έχουν την ίδια μεταχείριση και από τους οποίους απαιτείται να κάνουν τα ίδια πράγματα, στο πλαίσιο ενός αυστηρού προγραμματισμού που επιβάλλεται εκ των άνω (Goffman, 1961/1994: 25). Αυτό αναπόδραστα έχει μια σειρά από συνέπειες, οι οποίες συνοδεύουν τη συνθήκη του εγκλεισμού, είτε σε φυλακές-μπουντρούμια, είτε σε υπερπολυτελείς κατασκευές και υποδεικνύουν ότι η βία η οποία ενδημεί στη συνθήκη του εγκλεισμού δεν αφορά μόνον την άσκηση «υλικής», σωματικής βίας, η οποία, έτσι κι αλλιώς, δεν λείπει. Κυριολεκτώντας, η ίδια η ιδέα η οποία διέπει την σωφρονιστική μεταχείριση ενέχει εξ ορισμού το στοιχείο της βίας, καθώς ομαδοποιεί – ή τείνει να ομαδοποιήσει – τους κρατούμενους σε ένα «εγκληματικό σύμπαν», το οποίο αντιμετωπίζεται ως ενιαίο και διαφορετικό από τον νομοταγή πληθυσμό. Έτσι, το «τελικό προϊόν» της φυλακής, ο έγκλειστος πλέον και όχι ο παραβάτης του νόμου, καθίσταται ένα «ιδιαίτερο ανθρωπολογικό είδος», επιβεβαιώνοντας εκ των υστέρων την εικόνα της «ιδιαίτερης προσωπικότητας», η οποία επιστρέφει στην κοινωνία με την ισχύ μιας οντολογικής πραγματικότητας.
Προτάσσοντας, λοιπόν, την έννοια των δικαιωμάτων του κρατούμενου, τα επιμέρους αιτήματα (είτε θεσμικά, είτε αυτά τα οποία αφορούν την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των εγκλείστων) τείνουν να μην αφορούν μόνον μια καλύτερη φυλακή, αλλά, κυρίως, λιγότερη φυλακή (Baratta, 1991: 73). Σ’ αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται και η σημασία των αιτημάτων της μεγαλύτερης ίσως εξέγερσης στην πρόσφατη ιστορία των ελληνικών φυλακών (Οκτώβρης, Νοέμβρης 1990), όταν για πρώτη φορά τέθηκαν θεσμικά αιτήματα που αφορούσαν νομοθετικές ρυθμίσεις για τη μείωση του χρόνου κράτησης, αιτήματα που επαναλαμβάνονται και σε μετέπειτα κινητοποιήσεις των κρατουμένων.[32]
Προκειμένου να ολοκληρώσω το επιχείρημα, θα πρέπει να επανέλθω στο θέμα της ιδιαιτερότητας του εγκληματία. Όπως προκύπτει από την ανάπτυξη που προηγήθηκε, στο λόγο του κρατούμενου δεν τίθεται πάντα υπό αμφισβήτηση η εγκυρότητα αυτής της κατασκευής, είτε αφορά την περί εαυτού εικόνα του κρατούμενου / συγγραφέα, είτε την κοινότητα των εγκλείστων γενικότερα. Η ιδιαιτερότητα αυτή, όμως, δεν αναπαριστάται με όρους «κατώτερου είδους», «εγκληματικού τύπου», αλλά συναρτάται κυρίως με τις αποστερήσεις τις οποίες συνεπάγεται η θέση στην κοινωνική δομή και οι υλικές συνθήκες ύπαρξης των ομάδων από τις οποίες στρατολογείται ο ποινικός πληθυσμός.[33] Κατά συνέπεια, προκύπτει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο λόγο του κρατούμενου και τον επίσημο λόγο περί ιδιαίτερης εγκληματικής προσωπικότητας και ανάγκης ηθικής αναμόρφωσης του εγκληματία. Αν θέλουμε να συνδυάσουμε, λοιπόν, την εικόνα περί εγκληματικής προσωπικότητας με το αίτημα για μια καλύτερη φυλακή, θα ήταν πιο σωστό να επαναπροσδιορίσουμε τους όρους: Αυτό το οποίο ορίζεται επίσημα ως αναμορφωτική παρέμβαση, στο λόγο του κρατούμενου – και σε συνδυασμό με το αίτημα για μείωση του χρόνου εγκλεισμού - μεταφράζεται μάλλον ως «παροχή υπηρεσιών», τουτέστιν δικαίωμα στη διαφορετικότητα (κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον προέλευσης[34]), τη μόρφωση, τη δουλειά, την υγειονομική περίθαλψη κλπ. (Baratta, 1991: 74), έτσι ώστε να μην παρεμποδίζεται ολοσχερώς η επιστροφή του στην κοινωνία, την οποία, ούτως ή άλλως, επιβαρύνει ο θεσμικός (ποινικός) στιγματισμός.

 

Αντί επιλόγου: Ο ποιητής (και ο) κλέφτης


Έζησα μέχρι το ’68 όπως όλα τα παιδιά. Ώσπου μια μέρα, μαζί με άλλα παιδιά της γειτονιάς, φίλους μου, πήραμε ένα ποδήλατο τελείως αθώα. Αυτό το ποδήλατο στάθηκε σταθμός στη ζωή μου [….] Με οδήγησε ένας αστυνομικός και με παρέδωσε σαν δέμα στο αναμορφωτήριο […] Δυόμισι χρόνια με κράτησαν, τόσο κράτησε η εκπαίδευσή μου στο να πηγαίνω κόντρα σε όλα. Μου είχαν πει ότι θα γινόμουν ένας καλός άνθρωπος. Αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ, τι καλός άνθρωπος θα γινόμουν, ενώ δεν είχα τίποτα κακό να διώξω από πάνω μου; Όλες οι μέρες ήταν το ίδιο λες και τις είχαν βγάλει με καρμπόν. Πάντα μέσα μας ο φόβος. Για ένα χρόνο ήμουνα ήσυχος, μόνο το παιγνίδι σκεφτόμουν. Η μητέρα μου ερχόταν και μ’ έβλεπε μέρα παρά μέρα, ώσπου μια μέρα τη ρώτησα γιατί δεν με παίρνει στο σπίτι, πολύ καιρό είχα καθίσει. Τότε εκείνη μου είπε: «πολύ θα το ήθελα, αλλά δεν μπορώ, δεν σ’ αφήνουν» (από μαρτυρία κρατουμένου, η οποία δημοσιεύεται στο περιοδικό «της φυλακής…», τ. 2: 12-14)

Ο διευθυντής μου έδειξε την ομάδα των προσκόπων που είχε δημιουργήσει για να επιβραβεύσει τα πιο ευάγωγα παιδιά. Είδα μια δωδεκαριά αγοράκια, μπαμπέσικα και βρωμιάρικα, που αφέθηκαν να πέσουν στην παγίδα των καλών προθέσεων. Ανακρούανε γελοία εμβατήρια που δεν είχαν σίγουρα τη δύναμη της έξαρσης που έχουν τα συναισθηματικά ή πρόστυχα απλά μοτίβα που τραγουδούσαν το βράδυ στο υπνωτήριο ή το κελί. Βλέποντας αυτούς τους δώδεκα πιτσιρικάδες, ήταν προφανές ότι κανείς απ’ αυτούς δεν είχε επιλεγεί για να συμμετάσχει σε μια ριψοκίνδυνη αποστολή, έστω και φανταστική: αλλά μέσα στο αναμορφωτήριο εγώ ξέρω ότι υπήρχαν, σε πείσμα των εκπαιδευτικών, ομάδες ή, καλύτερα, συμμορίες των οποίων οι δεσμοί, το συνεκτικό υλικό που τους κρατούσε ενωμένους, ήταν η φιλία, το θάρρος, η κατεργαριά, η θρασύτητα, η αγάπη για την τεμπελιά, μια σκοτεινή και ταυτόχρονα χαρούμενη έκφραση, η αγάπη για την περιπέτεια, ενάντια στους κανόνες του Καλού (Genet, 1994: 17,18, Il giovane criminale, Viterbo: Stampa Alternativa)

 

Βιβλιογραφία

Baratta, A. (1991), «Che cosa è la Crminologia Critica?», συνέντευξη στον Victor Sancha Mata στο Dei delitti e delle pene, τ. 1, 53-81
Baratta, A. (1989), «Αρχές της ελάχιστης ποινικής παρέμβασης: Για μια θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως αντικειμένου και ορίου του ποινικού νόμου», στο Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τ. 3-4, 9-38, μετάφραση: Α. Κουκουτσάκη
Baratta, A. (1982), Criminologia Critica e critica del Diritto Penale, Bologna: il Mulino
Cohen, S. (1988), Against Criminology, New Brunswick: Translation Books
Foucault, M. (1992), Επίσκεψη στις φυλακές Attica, Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα, μετάφραση: Π. Καλαμαράς
Garland, D. (1990/1999), Pena e Società Moderna. Uno studio di teoria sociale, Milano: il Saggiatore
Genet, J., (1994) Il giovane criminale, Viterbo: Stampa Alternativa
Goffman, E. (1961/1994), Άσυλα, Αθήνα: Ευρύαλος, μετάφραση: Ξ. Κομνηνός
Hall, S et al. (1988), “The social production of news: mugging in the media”, in Cohen, S, J.Young (επιμέλεια), The manufacture of news. Social problems, deviance and the mass media, London: Constable
Hall, S. (1989), «Η επανανακάλυψη της “ιδεολογίας”: η επάνοδος του απωθημένου στις μελέτες για τα Μέσα», στο Κομνηνού Μ., Χ. Λυριντζής (επιμέλεια), Κοινωνία, Εξουσία και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, Αθήνα: Παπαζήσης, 89-146, μετάφραση: Α. Δέφνερ
Hulsman, L. & Bernat de Celis, J. (1997), Άστοχες Ποινές, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, εισαγωγή-μετάφραση: Γ. Νικολόπουλος
Lemert, E., (1951), Social Pathology: a Systematic Approach to Theory of Sociopathic Behavior, New York: McGrow-Hill
Lemert, E. (1967/ 1972), Human Deviance, Social Problems and Social Control, Englewood Cliffs (N.J): Prentice- Hall
Matza, D. (1969 / 1976), Come si diventa devianti, Bologna: il Mulino
Melossi,D. (1999), «Η κοινωνική θεωρία και οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία», στο Κουκουτσάκη, Α. (εισαγωγή-επιμέλεια), Εικόνες εγκλήματος, Αθήνα: ΠΛΕΘΡΟΝ, 21-59, μετάφραση: Ι. Χασάπη
Pavarini, Μ. (1978),«“Concentrazione” e “Diffusione” del penitenziario. La tesi di Rusche e Kirkheimer e la nuova strategia del controllo sociale in Italia» στο La Questione Criminale, τ. 4: 39-63
Pavarini, Μ. (1999), «Ο μύθος της “σωφρονιστικής λύτρωσης”», στο Κουκουτσάκη, Α. (εισαγωγή-επιμέλεια), Εικόνες εγκλήματος, Αθήνα: ΠΛΕΘΡΟΝ, 307-326, μετάφραση: Θ. Μπανούσης
Reebs, W. (1988) Φυλακές και Αρχιτεκτονική. Η αναζήτηση για τον ιδανικό τρόπο εξόντωσης, Αθήνα: Εκδόσεις Αμηχανία
Taylor, Ι., P.Walton & J.Young (1973), The New Criminology. For a Social Theory of Deviance, London: Routledge & Kegan Paul
Wacquant, L. (1999/ 2001), Οι φυλακές της μιζέριας, Αθήνα: ΠΑΤΑΚΗΣ, μετάφραση: Κ. Διαμαντάκου
Αργυρίου-Κυρίτση (1986), Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, Αθήνα: Ιδιωτική έκδοση
Δασκαλάκης, Η. (1988), «Ο θεσμός της φυλακής», στο Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Ειδικό τεύχος 68Α, Αφιέρωμα στον Ηλία Δασκαλάκη, 32-37
Δασκαλάκης, Η. (1985), Η εγκληματολογία της κοινωνικής αντίδρασης, Αθήνα: Σάκκουλας
Ερευνητική ομάδα εγκληματολογίας του ΕΚΚΕ (1988), «Ο θεσμός της φυλακής στην Ελλάδα: Προκαταρκτική έκθεση της ερευνητικής ομάδας εγκληματολογίας του ΕΚΚΕ», στο Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Ειδικό τεύχος 68Α, Αφιέρωμα στον Ηλία Δασκαλάκη, 237 -402
«Κοινές θέσεις για μια εγκληματολογική παρέμβαση στο ζήτημα της φυλακής», στο Δίκαιο και Πολιτική, χ.χ., τ. 19 – 20: 265-270
Κουκουτσάκη, Α. (1979), «Σύγχρονες τάσεις στη σωφρονιστική μεταχείριση νεαρών ενηλίκων εγκληματιών. Παρουσίαση των Ινστιτούτων Παρατήρησης και Προοδευτικής Μεταχείρισης της Rebibbia, στη Ρώμη», στο Ποινικά Χρονικά, τ. 11: 732-738
Μανωλεδάκης, Ι. «Η “σωφρονιστική” έκρηξη», στο Δίκαιο και Πολιτική, χ.χ, τ. 19-20: 5-12
Μανωλεδάκης, Ι. (1989), «Η κατάχρηση της ποινικής καταστολής», στο Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, 3-4: 39-57
Μελέτης, Δ. (1992), Ο Ακροβάτης, Αθήνα: ARCADIA
Παρασκευόπουλος, Ν. «Σκέψεις για τα αίτια και τα αιτήματα της εξέγερσης των κρατουμένων», στο Δίκαιο και Πολιτική, χ.χ., τ. 19 – 20: 33-39
Παρασκευόπουλος, Ν. (2003), Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο, Αθήνα: ΠΑΤΑΚΗΣ
Πετρόπουλος, Γ (1992), Γδάρτες Ονείρων, Αθήνα: Λιβάνης
Φουκώ, Μ. (1976/ 1989), Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα: Ράππας, μετάφραση: Κ. Χατζηδήμου, Ι. Ράλλη

Εφημερίδες, περιοδικά

Ελευθεροτυπία: 11/1/91, 15/7/2005
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία: 22/5/1994, Ο ιός Της Κυριακής, «Λογοτεχνία της φυλακής. Φυλακισμένες σελίδες»
Περιοδικό, «της φυλακής…», τεύχη 2, 4







* Ευχαριστώ τη δικηγόρο Κατερίνα Ιατροπούλου και τη δημοσιογράφο Ιωάννα Σωτήρχου για το υλικό που είχαν την καλοσύνη να μου παραχωρήσουν.
[1] Οι φυλακές της Regina Coeli στη Ρώμης, αν και πολύ πιο σύγχρονες - δημιουργήθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα - έχουν στο μυθολογικό επίπεδο ένα είδος αντιστοιχίας με το δικό μας Γεντί Κουλέ. Λαϊκά τραγούδια του τέλους του 19ου αιώνα, τα οποία ταυτίστηκαν με τον «υπόκοσμο», κάνουν συχνές αναφορές σ’ αυτές: “Dentro a Regina Celi c’ è ‘no scalino. Chi nun salisce quello non è romano. Nun è romano e manco trasteverino” (Μέσα στη Regina Coeli υπάρχει ένα σκαλοπάτι. Όποιος δεν το ανέβηκε δεν είναι ρωμαίος. Δεν είναι ρωμαίος ούτε από το Trastevere - τότε λαϊκή συνοικία της Ρώμης, κοντά στην οποία βρίσκονται οι φυλακές)
[2] To κτιριακό συγκρότημα της Rebibbia, το οποίο βρίσκεται επίσης στη Ρώμη, λειτουργεί από το 1954 και περιλαμβάνει κέντρο παρατήρησης και κέντρο μεταχείρισης νεαρών ενηλίκων παραβατών (Κουκουτσάκη, 1979).
[3] Την περίοδο που γραφόταν αυτό το άρθρο, πληροφορήθηκα από τις εφημερίδες το θάνατο του Sergio Citti. «“Η Ρώμη έχασε έναν από τους πιο ευαίσθητους εκπροσώπους της πολιτιστικής ζωής της” , δήλωσε ο δήμαρχος της Ρώμης Βάλτερ Βελτρόνι» (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 13.10.2005, σ.23)
[4] «Νομίζω ότι σήμερα θα έπρεπε να γίνεται λόγος για τιμωρητικό και όχι για σωφρονιστικό σύστημα» (Παρασκευόπουλος, Δίκαιο και Πολιτική, χ.χ., τ. 19 – 20: 39). Ακόμα και η σύγχρονη τάση να λαμβάνονται μέτρα τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα εξόδου από τη φυλακή στους μικροπαραβάτες που μπορούν να τα εκμεταλλευθούν, έχει ως αποτέλεσμα, σε πραγματικό αλλά και συμβολικό επίπεδο, να θεωρείται η φυλακή χώρος φύλαξης του πραγματικά επικίνδυνου εγκληματικού σύμπαντος. Η αρχιτεκτονική ιδέα αυτής της τάσης, είναι η φυλακή υψίστης ασφαλείας. Μια φυλακή ικανή να προλαβαίνει τις εξεγέρσεις ή τις αποδράσεις, με μια αρχιτεκτονική και οργανωτική δομή τέτοια που να της επιτρέπει να μετατρέπεται εύκολα σε χαράκωμα. Άρα η γλώσσα του χώρου αποκαλύπτει αυτό που συσκοτίζει η ρητορική του σωφρονισμού (βλέπε ενδεικτικά Pavarini, 1978 και Reebs, 1988).
[5] Βλέπε ενδεικτικά τα στοιχεία που αναφέρει ο Wacquant (1999/ 2001) για τις πολιτικές μηδενικής ανοχής, ενώ από την ελληνική βιβλιογραφία βλέπε ειδικότερα Παρασκευόπουλος (2003)
[6] «Το κράτος διαμηνύει επίσημα ότι αυτοί που βρίσκονται στη φυλακή επειδή δεν σεβάστηκαν τους νόμους, “δεν δικαιούνται να ομιλούν” παρά μόνον για τις υποβαθμισμένες συνθήκες διαβίωσής τους» («Κοινές θέσεις [20 επιστημόνων] για μια εγκληματολογική παρέμβαση στο ζήτημα της φυλακής», στο Δίκαιο και Πολιτική, χ.χ, τ. 19 – 20: 269)
[7] Στη διαδικασία ουδετεροποίησης συμμετέχουν σε μέγιστο βαθμό τα ΜΜΕ, ενίοτε μάλιστα μέσα από μια επιφανειακά προοδευτική ρητορική. Ως ενδεικτικό παράδειγμα, αναφέρω δημοσίευμα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, της 11/1/1991, δηλαδή λίγους μήνες μετά την μεγάλη εξέγερση του 1990, στο οποίο υπό τον τίτλο: «Νυστέρι στο κολαστήριο» και πλαισιωμένο από φωτογραφίες κρατουμένων, εκ των οποίων ο ένας στο κρεβάτι της καθήλωσης, δημοσιεύεται απόρρητη αναφορά του, προσωρινά αποσπασθέντος τότε στο ψυχιατρείο του Κορυδαλλού, ιατροδικαστή Χ. Βούρδα, ο οποίος, όμως, αναφέρεται σε τεχνικά ζητήματα: έλλειψη χώρων, μηχανημάτων, εργαστηρίων, προσωπικού κλπ.
[8] «Έκτοτε (από το 1996) διαρκώς εισάγονται νέοι ποινικοί θεσμοί που θέτουν σε πρωτόγνωρη δοκιμασία ρυθμίσεις του ελληνικού συντάγματος (προς το παρόν κύριο δείγμα ο Ν. 2928/2001 για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος). Εξάλλου μέχρι τότε το έντονο πρόβλημα υπερπλήρωσης των ελληνικών φυλακών γινόταν προσπάθεια να αντιμετωπισθεί με θεσμούς παραγραφής υπό όρους και με μέτρα ελαστικοποίησης της διάρκειας των ποινών. Έκτοτε η κατεύθυνση είναι μια και σαφής: κτίσιμο νέων φυλακών» (Παρασκευόπουλος, 2003: 31). Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσφατη διμερής συμφωνία με την Αλβανία για τη χρηματοδότηση της ανέγερσης ειδικής φυλακής όπου θα μεταφέρονται οι Αλβανοί που καταδικάζονται στην Ελλάδα, «[…] αφού οι προερχόμενοι από την γείτονα χώρα είναι πείσμονες και σκληροί κρατούμενοι» (από συνέντευξη του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Δ. Κυριτσάκη, στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, της 15/7/2005)
[9] Παραθέτω κατά λέξη μια παράγραφο από την απολογία του Γιάννη Πετρόπουλου, στη δίκη του σε δεύτερο βαθμό το 1991 (την πλήρη απομαγνητοφώνηση της οποίας μου παραχώρησε η δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας Ιωάννα Σωτήρχου): «Απλά μπορώ να πω ότι η χθεσινή μέρα (σημείωση: η ημέρα πριν τη δίκη) ήταν η πιο δραματική που’ χα της ζωής μου. Η πιο φοβερή. Παράξενη μέρα. Κανείς δεν μπορεί να την περιγράψει. Και χθες έκανα δυο σκέψεις. Μία το πρωί και μία το απόγευμα. Έκανα κι ορισμένες σκέψεις αργά το βράδυ. Την πρώτη σκέψη την έγραψα στις ημερολογιακές μου σελίδες που κρατάω. Την δεύτερη σκέψη την έχω σημειώσει στο μπλοκ. Ποια θέλετε ν’ ακούσετε; Θέλετε την πρώτη, τη δεύτερη, και τις δύο; Ποια σκέψη θέλετε να σας διαβάσω; Ακούω».
[10] «Όταν η ύπαρξη αποσαρκώνεται μέχρι το κόκαλο, μπορούμε να μάθουμε τι κάνουν οι άνθρωποι για να περισαρκώσουν τις ζωές τους» (Goffman, 1961/1994: 275-276)
[11] Μια ιδιαίτερη περίπτωση συνιστά το βιβλίο της Σοφίας Αργυρίου-Κυρίτση (1986), το οποίο είναι ιδιωτική έκδοση της συγγραφέως.
[12] Περιοδικό με εκδότρια τη δικηγόρο Κατερίνα Ιατροπούλου, το οποίο αποτέλεσε forum του κινήματος για τις φυλακές που δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80.
[13] Όπως, για παράδειγμα, το ζήτημα των μορφών αντίδρασης του κρατούμενου απέναντι στη θεσμική ή εξωθεσμική βία (απεργίες πείνας, εξεγέρσεις κ.ο.κ.) ή οι κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται σ’ αυτό το ιδιαίτερο σχήμα κοινωνικής οργάνωσης που αποτελεί η φυλακή.
[14] Για τον ιδεολογικό ρόλο των ΜΜΕ, βλέπε άρθρα των Νικολαϊδη και Βατικιώτη στον παρόντα τόμο
[15] «Πλην όμως, αυτό το λούμπεν προλεταριάτο που αποτελούμε στην ουσία εμείς οι ποινικοί – διότι όλοι ανεξαιρέτως οι εντός των φυλακών είναι φτωχοί και κανένας απολύτως πλούσιος – το έχουν φτιάξει, είναι καρπός των ανέκαθεν ισχυρών του ισχύοντος καθεστωτικού συστήματος» («Παγιδευμένες συνειδήσεις», στο «της φυλακής…», τ. 2: 23, 24). Στην επιλεκτικότητα του ποινικού συστήματος με έκδηλους πολιτικούς όρους και λόγο, αναφέρεται μεγάλο μέρος των κειμένων που δημοσιεύονται στο περιοδική «της φυλακής…», όπου ο λόγος του κρατούμενου συνδιαλέγεται με τον λόγο των πολιτικών ομάδων που συγκροτήσανε το πρώτο ελληνικό κίνημα για τις φυλακές. Για το κίνημα των φυλακών των αρχών της δεκαετίας του ‘80, βλέπε επίσης Αργυρίου-Κυρίτση, 1986: 15 κ.ε.
[16] «Όταν ήμουν είκοσι χρονών και έκανα την ανθρωποκτονία και με κατηγορήσατε, ενήργησα με την ηθική που εσείς διδάσκετε στα σχολεία, η ηθική που μου λέγατε να μην επιτρέπω σε οποιονδήποτε άνθρωπο να βιάσει, να κτυπήσει και να εξευτελίσει τη μητέρα μου. Δεν εγνώριζα τότε ότι, για να είμαι σωστός με τη σημερινή ηθική της κοινωνίας, έπρεπε να αφήσω αυτόν να ικανοποιήσει τα αρρωστημένα βίτσια του και να τα ικανοποιήσει πάνω στη μητέρα μου με οποιονδήποτε τρόπο, εκμεταλλευόμενος την αναπηρία του πατέρα μου» (από την απολογία του Γιάννη Πετρόπουλου το 1986, μετά την απόδρασή του από τις φυλακές της Κέρκυρας, στο Πετρόπουλος, 1992: 9).
[17] Για το θέμα της αμφισβήτησης της «νόμιμης ποινής» βλ. Hulsman & Bernat de Celis, 1997)
[18] «Πρωτόπεσα στη φυλακή Αβέρωφ για εφτά μήνες. Είναι αλήθεια ότι όσοι είμαστε ποινικοί στις φυλακές, όλοι ανεξαιρέτως, είμαστε για ιδιοτελείς σκοπούς, μηδέ εξαιρουμένου και εμένα […] Λεβέντες που πέσανε σε αδικήματα που δημιουργούνται από διάφορες καταστάσεις πάλης μέσα στη ζωή που ζούμε, διότι η ζωή μέσα στην κοινωνία που ζούμε είναι μια αρένα για πάλη στην οποία πολλές φορές παρά τη θέλησή μας ή χάνουμε τον έλεγχο ή θέλοντας και μη βρισκόμαστε στο μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα» («Παγιδευμένες συνειδήσεις», στο «της φυλακής…», τ. 2: 23)
[19] «Πήγα στο σπίτι μου. Τώρα πια είμαι ελεύθερος, αλλά μέσα μου αισθανόμουνα ένας ξένος, προσπάθησα να τα ξεχάσω αλλά ποτέ δεν τα κατάφερα. Άμα γινότανε καμιά ζημιά στο σπίτι κι έλεγε ο μπαμπάς ποιος το έκανε, νόμιζα ότι έδειχνε εμένα» (Περιοδικό «της φυλακής…», τ. 2: 12-14). Η μαρτυρία αρχίζει και τελειώνει με τις επιπτώσεις που είχε η επαφή του συγγραφέα/κρατούμενου με τον ποινικό μηχανισμό – σε ηλικία 11 ετών - στις κοινωνικές του σχέσεις και στην περί εαυτού εικόνα. Η επανάληψη της λέξης «παιδί» στις πρώτες παραγράφους, ο χαρακτηρισμός του αδικήματος που τον οδήγησε στο αναμορφωτήριο ως «αθώας κλοπής», η περιγραφή των συναισθημάτων που του προκαλεί η απομάκρυνσή του από την οικογένεια κλπ., υποδεικνύουν μια αντίληψη περί δικαιοσύνης ως άδικου και ανορθολογικού θεσμού, ο οποίος μετατρέπει την αθώα παιδική παραβατικότητα σε εγκληματικότητα, εγκληματική σταδιοδρομία. Στην πορεία της αφήγησης, μέσα από την εναλλαγή της στάσης του απέναντι στον ποινικό μηχανισμό (φόβος, μίσος, αδιαφορία), ο συγγραφέας φαίνεται να «συνομιλεί» με τον Lemert σε ό,τι αφορά μια από τις βασικές θέσεις της Προσέγγισης της ετικέτας (Labeling approach), τουτέστιν την αδρανοποίηση της επίδρασης του κοινωνικού ελέγχου όταν αναδιοργανώνεται η προσωπικότητα και τα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά του ατόμου με βάση τον νέο του ρόλο, το ρόλο του εγκληματία: Αυτό που ορίζει ο Lemert ως δευτερογενή παρέκκλιση (Lemert, 1967/ 1972: 63)
[20] Ο όρος οφείλεται στον Stanley Cohen και αναφέρεται στο εγχείρημα ανατροπής του θετικιστικού παραδείγματος στην Εγκληματολογία.
[21] Βλέπε ενδεικτικά, περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο του Π. Βατικιώτη στον παρόντα τόμο.
[22] «Όχι φίλε μου, η δημοκρατία δεν είναι “το μη χείρον, βέλτιστο”, αλλά το χειρότερο, ό,τι πιο επικίνδυνο, πιο ανθεκτικό και δικλείδα ασφαλείας για την κυρίαρχη τάξη των εκμεταλλευτών [….] Αν η δημοκρατία ήταν καλή για τον λαό, τα αφεντικά θα την είχαν κηρύξει παράνομη και οι φυλακές και τα νεκροταφεία θα γέμιζαν δημοκράτες» (Μελέτης, 1992: 111)
[23] «Ένα μεγάλο μέρος από αυτούς (σημείωση: τους Έλληνες μετανάστες) θα ήταν στη φυλακή, όλοι τους όμως είναι υποψήφιοι, και μάλιστα αυτοί θα είχαν προτεραιότητα λόγω της ζωντάνιας και της δραστηριότητας που είχαν. Ερωτώ. Είμαστε πράγματι όλοι οι ηττημένοι υποψήφιοι για τη φυλακή, χαρακτηρισμένοι μάλιστα με τα πλέον μελανά χρώματα από τους νικητές; Είμαστε; Γιατί;» («Παγιδευμένες συνειδήσεις», στο «της φυλακής…», τ. 2:24)
[24] Βλέπε ειδικότερα σ. 19, καθώς και την περιγραφή της σύλληψης της συγγραφέως (σ. 19 κ.ε.)
[25] «Και το έγκλημα είναι συνεπακόλουθο μιας αδιέξοδης πραγματικότητας. Τις περισσότερες φορές δεν είναι προμελετημένο, είναι η άμυνα σε μια από τις επιθέσεις του άντρα» (Αργυρίου-Κυρίτση, 1986: 9)
[26] Ο Lemert, ως παράδειγμα της ανάλυσης του περί επικάλυψης των κατηγοριών παρέκκλισης και ομαλότητας, αναφέρεται ακριβώς στην κατηγορία «πορνεία», την οποία ορίζει με βάση τρία στοιχεία: την επ’ αμοιβή παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών, την προσηνή συμπεριφορά απέναντι σε πολλά άτομα χωρίς διακρίσεις και την συναισθηματική απόσταση από τη φυσική δράση. Εξαιρώντας το σεξουαλικό στοιχείο – ως ειδοποιό διαφορά – τα ίδια στοιχεία χαρακτηρίζουν οποιοδήποτε επάγγελμα (Lemert, 1951: 238, όπως αναφέρεται στο Matza, 1969 / 1976:133).
[27] Του «αμετανόητου δαίμονα», όπως αποκαλεί τον συγγραφέα ο επιμελητής της έκδοσης Δ. Αναστασόπουλος στον πρόλογό του.

[28] «Κυνηγός ή κυνηγημένος, μπάτσος ή παράνομος είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Κατά την αντιπαράθεσή τους βιώνουν τα ίδια συναισθήματα» {Σαμαράς, 1999: 9)
[29] Έρευνα της εγκληματολογικής ομάδας του ΕΚΚΕ, η οποία ξεκίνησε το 1983 με υπεύθυνο τον Ηλία Δασκαλάκη. Μετά τον θάνατό του, το 1986, η ομάδα προχώρησε στην επεξεργασία των στοιχείων τα οποία είχαν προκύψει από την μέχρι τότε βασική έρευνα και τα οποία δημοσιεύθηκαν στο ειδικό τεύχος της Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών, 1988, 68Α, Αφιέρωμα στον Ηλία Δασκαλάκη.
[30] Για παράδειγμα, πολύ συχνά οι καταγγελίες αναφέρονται σε πρόσωπα (διευθυντές, γιατροί, ανθρωποφύλακες / βασανιστές κλπ.), τα οποία μοιάζει να ταυτίζονται με τις λειτουργίες, καθώς το αίτημα είναι η απομάκρυνσή τους.
[31] «Η πιστή εφαρμογή των κανονισμών λειτουργίας των καταστημάτων ή η σύνταξη κανονισμών όπου δεν υπάρχουν […] Η δημιουργία χώρων με αθλοπαιδιές στα καταστήματα κράτησης. Το ρητό “αργία μήτηρ πάσης κακίας” προσιδιάζει περισσότερο σ’ αυτούς τους χώρους γιατί οι ώρες, μέρες και μήνες γίνονται αιώνες με την απραξία και η σκέψη απεργάζεται τα χειρότερα» (από τις προτάσεις του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Δ. Κυριτσάκη, σε συνέντευξη του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία της 15/7/2005)
[32] Ενδεικτικά: 1995, ημιελεύθερη διαβίωση, ειδική – εξωιδρυματική – μεταχείριση ανηλίκων. 2004, μετατροπή της ποινής των ισοβίων σε 12 χρόνια, τα 3/5 για την αναστολή να γίνουν 3/7, χορήγηση άδειας σε όσους έχουν εκτίσει το 1/5 της ποινής χωρίς άλλη διαδικασία κ.ο.κ
[33] Βλέπε ειδικότερα την παράγραφο: Κοινωνικός ντετερμινισμός – Υιοθέτηση του ρόλου.
[34] Το στοιχείο αυτό σήμερα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς μεγάλο ποσοστό του ποινικού πληθυσμού αποτελούν οι αλλοδαποί κρατούμενοι.