Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Η Ηριάννα και ο Περικλής στο σπιράλ της «αυτοεκπληρούμενης προφητείας»*




«Το αληθινό πολιτικό καθήκον σε μια κοινωνία σαν τη δική μας είναι να ασκήσουμε κριτική στη λειτουργία των θεσμών, που μοιάζουν να είναι ουδέτεροι και ανεξάρτητοι• να τους [...] προσβάλουμε με τέτοιον τρόπο ώστε η πολιτική βία, η οποία πάντοτε ασκούταν συγκαλυμμένα μέσω αυτών, να αποκαλυφθεί για να μπορέσουμε στη συνέχεια να την πολεμήσουμε» (1974/1990: 44, "Ανθρώπινη φύση: Δικαιοσύνη εναντίον εξουσίας", στο Φουκώ, Μ., Η μικροφυσική της εξουσίας, Αθήνα: Ύψιλον, μετάφραση Λ. Τρουλινού)


Να διευκρινίσω ευθύς εξ αρχής ότι δεν με απασχολεί καθόλου η συγκεκριμένη σύνθεση του δικαστηρίου, διότι και αυτή η υπόθεση δεν αφορά άτομα αλλά θεσμούς, το  ποινικό σύστημα στο σύνολό του, εντός του οποίου δρομολογούνται και παράγονται παρόμοιες αποφάσεις.  Δεν έχει νόημα, με άλλα λόγια, να αναρωτιόμαστε πώς είναι δυνατόν  να απορριφθεί και η δεύτερη αίτηση αναστολής της προφυλάκισης της Ηριάννας και του Περικλή, αγνοώντας ότι η δικαστική κρίση δεν είναι κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά αποστειρωμένη αλλά εγγράφεται σ’ έναν νοηματικό χώρο στον οποίο ενεπλάκησαν τα δύο νεαρά άτομα ήδη από τη στιγμή της σύλληψής τους. Και αυτός ο νοηματικός χώρος έχει ως άξονα -και συνάμα νομιμοποιητικό λόγο- την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ενόψει της οποίας υποχωρεί και αυτό το ίδιο το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι ο κατηγορούμενος να κριθεί τελεσίδικα ένοχος. «Ούτε ο προβληματισμός της υπεράσπισης και της ιδίας ότι έχει ως κεκτημένο το τεκμήριο της αθωότητας ευσταθεί, αφού αυτό κάμπτεται όταν εκδοθεί πρωτόδικη απόφαση» είναι το λόγια του εισαγγελέα, όπως αναφέρονται στο http://m.tvxs.gr/mo/i/241722/f/news/ellada/dikastirio-apofasise-na-parameinoyn-sti-fylaki-irianna-kai-periklis.html. Την δήλωση αυτή ενίσχυσε και το επιχείρημα περί "έντονης αντικοινωνικότητας" λόγω της κατηγορίας που αποδίδεται [http://www.documentonews.gr/article/sth-fylakh-paramenoyn-hrianna-kai-periklhs-aporrifthhke-h-aithsh-anastolhs].  Αξιωματικός και κατηγορηματικός ήταν κι ο λόγος με τον οποίο ακυρώθηκαν ως μη έγκυρες οι καταθέσεις των πανεπιστημιακών για την Ηριάννα και του γιατρού για την επιδείνωση της υγείας του Περικλή.

Στέκομαι μόνον σ’ αυτές τις ακυρώσεις, γιατί δεν έχει νόημα να καταμετρήσω άλλες στον βαθμό που η εμπλοκή των κατηγορούμενων με την τρομοκρατία, ως θεσμικός λόγος, δεν αποτελεί εξεύρεση αλήθειας αλλά ερμηνεία της υπόθεσης, προβολή νοήματος μέσα από αυτήν. Έχοντας, όμως, την ισχύ θεσμικής αλήθειας, παράγει αποτελέσματα όχι μόνον σε σχέση με το μέλλον των δύο κατηγορούμενων αλλά και ολόκληρης της κοινωνίας: ο θεσμικός Λόγος περί τρομοκρατίας.

Με δυο λόγια, οι λειτουργοί της δικαιοσύνης δεν υπερίπτανται της κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας εντός της οποίας παράγουν «καθεστώτα αλήθειας» αλλά επηρεάζονται από τα κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα. Δεν έχουν ανοσία απέναντι στα στερεότυπα, αντίθετα τα συντηρούν και τα αναπαράγουν μέσα από τη δράση τους. Πιο συγκεκριμένα και παραπέμποντας στον David Garland, (1990) [Punishment and modern society, Chicago: University of Chicago Press], συντελείται μια διττή διαδικασία: η σφαίρα των ποινικών πρακτικών συμβάλλει στο να μορφοποιηθεί η συνολική κοινωνική και πολιτισμική ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας αλλά, την ίδια στιγμή, επηρεάζεται από αυτή. Με άλλα λόγια, οι ποινικές πρακτικές δεν είναι μια παθητική αντανάκλαση ήδη συγκροτημένων πολιτισμικών μοντέλων, αλλά έχουν μια πολύ πιο ενεργητική λειτουργία, αυτήν της παραγωγής νοημάτων και ορισμών της πραγματικότητας.

Υπό το πρίσμα, κατ’ επέκταση, της ανάγκης να μην χάνουμε την μεγάλη εικόνα, θα έλεγα ότι η δίκη –η συγκεκριμένη αλλά και κάθε δίκη-  είναι η κατάληξη μιας διαδικασίας που ξεκινά πριν ακόμα από την σύλληψη, από τους κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους από τους οποίους αντλεί την πελατεία του το ποινικό σύστημα, δρομολογώντας έτσι το σπιράλ της αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Και το πρόβλημα είναι η φυσικοποίηση αυτής της διαδικασίας για να μην μιλάμε, επαναλαμβάνω, για εξαιρέσεις. Προκειμένου να αποσαφηνίσω τα παραπάνω, δανείζομαι από το κείμενο του Θωμά Παπακωνσταντίνου, Η προστασία του Πολίτη υπό τη σκιά του Δεκέμβρη [http://crimevssocialcontrol.blogspot.gr/2009/12/h-1.html]:  [Η] « Προστασία του Πολίτη» ως θεσμικός τίτλος που μέσα από τα ιστορικά συμφραζόμενα αποκτά ισχύ ονόματος κατάστασης, εγκαινιάζει επίσημα και παράλληλα επικυρώνει μια προϊούσα σχέση με το πολιτικό. Κάθε ερμηνεία της πολιτικής σημασίας του όρου «πολίτης» οφείλει να περιλαμβάνει το σύνολο των πολιτών ως ενιαίο πολιτικό σώμα. Όμως, από τη στιγμή που η εν λόγω έννοια μαγνητίζεται και ανακτά το περιεχόμενο της από τις σημασίες της ασφάλειας και της προστασίας, τότε η «Προστασία του Πολίτη» αντιπαραθέτει υπαινικτικά τον Πολίτη στον πολίτη . Δηλαδή, το συμβολικό ψηφιδωτό κατασκευάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε αυτό που αποκαλούμε «πολίτη» να μην αντιπροσωπεύει ένα ενιαίο πολιτικό υποκείμενο, αλλά να αμφιταλαντεύεται διαλεκτικά μεταξύ δύο αντιπαρατιθέμενων άκρων: από την μία πλευρά ο «Πολίτης» που αντιπροσωπεύει το «ενιαίο», «κανονικό», «υγιές» σώμα της πολιτικής κοινότητας. Από την άλλη ο «πολίτης» ως το διασκορπισμένο σύνολο στιγματισμένων ταυτοτήτων: των εξεγερμένων, των μεταναστών, των αθλίων, των φτωχών, των καταπιεσμένων, των άλλων. Από τη μία το κυρίαρχο κράτος των ενσωματωμένων Πολιτών, από την άλλη ο μιαρός τόπος των αποκλεισμένων σωμάτων. Εκεί τα δικαιώματα και το δίκαιο, εδώ η απροϋπόθετη τιμωρία.

*Η Εποχή, 22/10/2017 
http://epohi.gr/%ce%b7-%ce%b7%cf%81%ce%b9%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%bb%ce%ae%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%bf-%cf%83%cf%80%ce%b9%cf%81%ce%ac%ce%bb-%cf%84%ce%b7%cf%82/


Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Βιασμός. Το ένοχο θύμα [δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιουνίου του Unfollow]



Η ιδεολογία είναι πέρα για πέρα ασυνείδητη […] Πραγματικά η ιδεολογία είναι ένα σύστημα αναπαράστασης, όμως στις περισσότερες περιπτώσεις αυτές οι αναπαραστάσεις δεν έχουν καμιά σχέση με τη «συνείδηση» - είναι συχνά εικόνες και καμιά φορά ιδέες, όμως πάνω απ’ όλα,  ως δομές επιβάλλονται στην τεράστια πλειοψηφία των ανθρώπων και  όχι μέσω της «συνείδησής» τους.  Αποτελούν αυτονόητα – ήδη αποδεκτά – ήδη βιωμένα πολιτισμικά αντικείμενα και επιδρούν στους ανθρώπους μέσω μιας διαδικασίας που τους διαφεύγει (Althusser, L. 1969, For Marx, Allen Lane, όπως αναφέρεται στο Hebdidge D.,  1981: 25, Υποκουλτούρα. Το νόημα του στυλ, Αθήνα: Γνώση)

Έστω κι αν το θέμα του βιασμού απασχολεί κατά κύριο λόγο το φεμινιστικό κίνημα, θεωρώ ότι η εμβέλειά του υπερβαίνει το εύρος οποιουδήποτε κινήματος, καθώς είναι άμεση συνάρτηση της βίας που εκδηλώνεται στα διάφορα επίπεδα των κοινωνικών σχέσεων. Ήδη ο συνήθης προσδιορισμός της κατηγορίας των θυμάτων στο γυναικείο φύλο και, κατά κανόνα, στις εκτός γάμου σεξουαλικές σχέσεις ακόμα κι αν υπάρχει το στοιχείο της μη συναίνεσης, άρα της βίας, παραπέμπει μεν στον σεξισμό αλλά συνάμα τον αποστεώνει ιδεολογικά.
Με δυο λόγια, αυτό που υποστηρίζω είναι ότι ο βιασμός γυναικών αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου ενός διάχυτου σεξισμού «που επιβάλλεται στην πλειοψηφία των ανθρώπων όχι μέσω της συνείδησής τους αλλά μέσω μιας διαδικασίας που τους διαφεύγει». Η επιθετικότητα του συνθήματος «θα σε γαμήσω»  και η συμπαραδηλούμενη περιφρόνηση και παθητικότητα τού «άντε γαμήσου», κυριαρχούν στον καθημερινό λόγο αναπαριστώντας την σεξουαλική πράξη ως πεδίο άσκησης εξουσίας, αναπαριστούν ως απειλή την κυρίαρχη αρρενωπότητα. «Έτσι γαμάει ο Πειραιάς» είναι από τα πιο γνωστά συνθήματα της εξέδρας.  «Aς διαβάσουμε αυτές τις υβριστικές, ρηματικές πρακτικές των φιλάθλων ως εκφάνσεις ενός πολιτισμού ανδροπρέπειας, κυρίαρχου στην κοινωνία μας και όχι μόνον», λένε οι Nίκος Kοταρίδης και Nίκος Σιδέρης.[1] Κι ακόμα, το σεξουαλικό ιδίωμα που κυριαρχεί στα συνθήματα διαδηλώσεων ή στις αντιπαραθέσεις αστυνομικών διαδηλωτών. «Όπως οι αστυνομικοί αποκάλεσαν την παρέα του Αλέξη «μουνιά», έτσι, λίγες μέρες αργότερα, σε μια από τις πορείες (στο μπλοκ όπου ήμουν κι εγώ, της ΟΛΜΕ, στο οποίο βρίσκονταν και πολλοί μαθητές και μαθήτριες με τους δασκάλους τους) άρχισε να ακούγεται το σύνθημα «μπάτσοι, μουνιά, σκοτώνετε παιδιά». Η Σ.Β., μία από τις πιο γνωστές «παλιές φεμινίστριες», με την οποία έτυχε εκείνη τη στιγμή να περπατάω, πήγε μπροστά στο πανό και έθεσε θέμα, κάτι που έκαναν επίσης και αρκετές νεαρές γυναίκες του κινήματος, φοιτήτριες και εργαζόμενες, διαφορετικών πολιτικών συλλογικοτήτων, σε συζητήσεις και γραπτά κείμενά τους τις επόμενες ημέρες. Χαρακτηριστικός ο τίτλος μιας αφίσας-ανακοίνωσης: «αρχίδια εξέγερση, σύντροφοι».[2]

Με δυο λόγια, δεν είναι αυτοερμηνευόμενα τόσο το ιδίωμα όσο και οι συνακόλουθες στάσεις τού σώματος, αντλούνται από ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό οπλοστάσιο  το οποίο φυσικοποιεί τη βία και τον σεξισμό ακριβώς γιατί οι συμπαραδηλώσεις αυτού του ιδιώματος διαφεύγουν από τον φορέα του, σε μέγιστο βαθμό δε και από το ακροατήριό του.
Η γυναίκα θύμα βίας
Μορφή βίας απέναντι στις γυναίκες αποτελεί και η πιο σκοτεινή και λανθάνουσα εκδοχή της, αυτή που ασκείται εντός του εθνοκεντρικού οικογενειακού πλαισίου: «Ακόμα κι αν κάποια στιγμή εισήλθαν [οι γυναίκες] στη σφαίρα της οικονομίας και της πολιτικής, τις γυναίκες «μας» τις βλέπουμε ακόμα να υπάγονται, ηθικά και συναισθηματικά, στην ιδιωτική (ιδιοκτησιακή;) σφαίρα της οικογένειας και της οικογενειακής ζωής. Οι γυναίκες, οι νοικοκυρές, θεωρούνται εντέλει η επιτομή του πολιτισμού» (Melossi, 1998: xvii)[3]  Αυτή η αντίληψη αντανακλάται και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η «γυναίκα-δραπέτης», δράστης ή θύμα βίας. Θεσμική επικύρωση αυτής της εικόνας, σε ό, τι αφορά την γυναίκα δράστη, συνιστά και η έμφυλη διάκριση της εγκληματικότητας σε ποινικούς κώδικες, με τον προσδιορισμό εγκλημάτων όπου τυπικοί δράστες ή θύματα είναι γυναίκες. Τυπικό παράδειγμα συνιστά η παιδοκτονία.[4] Αντίστοιχο επιχείρημα θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς με αφορμή την ειδική μέριμνα για κακοποιημένες γυναίκες ή γυναίκες θύματα βιασμού, μέριμνα η οποία δεν υπάρχει για άλλες κατηγορίες βίας, για παράδειγμα για τα θύματα της βίας του τιμωρητικού εγκλεισμού ή της εργασιακής ασυδοσίας και πάντως όχι για άντρες θύματα βίας. Αυτή η εικόνα της συμβολικής θυματοποίησης που συναρθρώνεται με την πραγματική, θα μπορούσε να ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους, εγώ εισηγούμαι την άρνηση ή την διαπραγμάτευση της ενοχής. Την άρνηση της ενοχής για την άτυπη ή θεσμική βία που βιώνει η γυναίκα και η οποία συναρθρώνεται με τους στερεοτυπικά αποδιδόμενους ρόλους και τα τυπικά γυναικεία χαρακτηριστικά, Την διαπραγμάτευση της ενοχής με την ιδιότυπη φροντίδα που συντελεί στην αναπαράσταση μιας ιδιότυπης θυματοποίησης στην οποία  συμμετέχουν ενεργά και οι τιμωρητικοί θεσμοί.
Κατ’ επέκταση, αυτό το νόμισμα έχει δύο όψεις οι οποίες συγκλίνουν στην αναπαράσταση του ένοχου θύματος, της γυναίκας δραπέτη από την προστατευτική δομή της οικογενειακής εστίας, κάπως σαν την Κοκκινοσκουφίτσα και τον λύκο.  Αναπόδραστη συνέπεια είναι και η τιμωρητική διαχείριση από μέρους των θεσμών απέναντι στο έγκλημα του βιασμού, τον οποίο θα πρέπει να επιβεβαιώσει η γυναίκα –θύμα, ζώντας και ξαναζώντας τον μέσα από πολλαπλές αφηγήσεις σε ανοίκεια και εχθρικά ακροατήρια. Εάν, λοιπόν, αξίωμα του νομικού πολιτισμού είναι ότι δεν υποχρεούται ο κατηγορούμενος να αποδείξει την αθωότητά του αλλά ο κατήγορος την ενοχή του, στην περίπτωση του βιασμού είναι το θύμα αυτό που πρέπει να αποδείξει την αθωότητά του. Αυτό γίνεται ακόμα πιο φανερό στην περίπτωση που ο βιαστής δεν είναι ο άγνωστος που περιμένει στην γωνιά του δρόμου αλλά οικείο πρόσωπο κι ακόμα περισσότερο πρόσωπο με το οποίο είχε ερωτικό δεσμό το θύμα. Ακραία δε περίπτωση είναι ο βιασμός στο πλαίσιο του γάμου, ο οποίος θεωρείται αδιανόητος.
Βιασμός και συμβολικές λειτουργίες των ποινικών θεσμών
Καθώς, λοιπόν, η πραγματικότητα του βιασμού αναπαράγεται συμβολικά στα διάφορα επίπεδα, της ποινικής δικαιοσύνης, στα ΜΜΕ, στον περίγυρο του θύματος, αυτή η πραγματικότητα θρυμματίζεται κι ανασυντίθεται συνεχώς –τί θα θεωρηθεί σημαντικό στην ποινική διαδικασία, τί θα θεωρηθεί «πιασιάρικο» στα ΜΜΕ, τί θα αφηγηθεί ο περίγυρος για το θύμα…-, θα διασταυρώνονται ή και θα βαίνουν παράλληλα οι διάφορες «εκδοχές της αλήθειας» για να κλείσει η ποινική διαδικασία με την επικύρωση της μοναδικής «αλήθειας», αυτής της δικαστικής απόφασης. Όλα τα άλλα συντελούνται στο σκιασμένο πεδίο μιας πολύ πιο σύνθετης και επώδυνης κοινωνικής διαδικασίας, προορισμένης να συρρικνώνεται και να υποκύπτει στην ισχύ των πραγματικών και συμβολικών αποτελεσμάτων που παράγει στο κοινωνικό πεδίο η θεσμική αλήθεια.
Η δικαστική απόφαση, όμως, είναι λόγος αλήθειας και ως τέτοια παράγει αποτελέσματα, για την κατανόηση των οποίων είναι χρήσιμο να επισημάνω δύο ακόμα ζητήματα. Πρώτον, η δικαστική απόφαση παραπέμπει μεν στον νόμο αλλά στην πραγματικότητα συνιστά ερμηνεία τόσο των ποινικών κανόνων όσο και του υπό εκδίκαση περιστατικού και των χαρακτηριστικών θύτη και θύματος. Δεν αποτελεί ανακάλυψη αλλά προβολή νοήματος: Η ποινή, αλλά και η ποινική διαδικασία στο σύνολό της, εγγράφεται σε ένα συμβολικό χώρο ο οποίος κοινοποιεί νοήματα. Ωστόσο οι λειτουργοί της δικαιοσύνης δεν υπερίπτανται της κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας εντός της οποίας παράγουν «καθεστώτα αλήθειας» αλλά επηρεάζονται από τα κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα. Δεν έχουν ανοσία απέναντι στα στερεότυπα, αντίθετα τα συντηρούν και τα αναπαράγουν μέσα από τη δράση τους. Πιο συγκεκριμένα, συντελείται μια διττή διαδικασία: η σφαίρα των ποινικών πρακτικών συμβάλλει στο να μορφοποιηθεί η συνολική κοινωνική και πολιτισμική ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας αλλά, την ίδια στιγμή, επηρεάζεται από αυτή. Με άλλα λόγια, οι ποινικές πρακτικές δεν είναι μια παθητική αντανάκλαση ήδη συγκροτημένων πολιτισμικών μοντέλων, αλλά έχουν μια πολύ πιο ενεργητική λειτουργία, αυτήν της παραγωγής νοημάτων και ορισμών της πραγματικότητας[5].
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η γυναίκα – θύμα βιασμού που θα βρεθεί στην δικαστική αίθουσα, κουβαλά  όλο το πολιτισμικό φορτίο αυτού που ορίζεται ως πρέπουσα γυναικεία συμπεριφορά και θα έχει να παλέψει και μ’ αυτό για να αποσείσει τη συμμετοχή της στο συμβάν, με άλλα λόγια την ενοχή της. Να έχει πειστικές εξηγήσεις για την ώρα και τον τόπο που δέχτηκε την επίθεση, για τα ρούχα που φορούσε, για τη στάση της απέναντι στον δράστη και για μια σειρά άλλα πράγματα που θα επικυρώσουν την μη ενοχή της. Και είναι η μεγάλη εικόνα αυτή που θα μπορούσε να ερμηνεύσει το γεγονός ότι ενώ καταγγέλλεται συνεχώς ο θεσμικός εξευτελισμός του θύματος βιασμού, η ιστορία επαναλαμβάνεται στο διηνεκές με μικρές παραλλαγές

 [Εικόνα: πίνακας του Amedeo Modigliani, Seated nude]


[1] Nίκος Kοταρίδης, Nίκος Σιδέρης (1997), Η Βία στις αθλητικές συναντήσεις, Εισήγηση στο Διεθνές συνέδριο της ΔΕΚΑΒ με θέμα:  ΦANATIΣMOΣ, YBPEIΣ KAI BIA ΣTA ΓHΠEΔA, Αθήνα 1997

[2] Χαλκιά, Αλεξάνδρα. 2012: 244. «Η κοινωνιολογία της σεξουαλικότητας, αρρενωπότητες και ο έμφυλος Δεκέμβρης (2008)» στο Σώμα, φύλο, σεξουαλικότητα: ΛΟΑΤΚ πολιτικές στην Ελλάδα, Αποστολέλλη, Άννα, Χαλκιά, Αλεξάνδρα, Επιμ.-εισαγ., Αθήνα: εκδόσεις Πλέθρον. σσ.215-249
[3] Melossi, D. (1998),"Introduction", στο Melossi D. (εισαγωγή- επιμέλεια), The Sociology of Punishment: Socio- Structural Perspectives, Aldershot: Ashgate
[4] Για την σχετική ελληνική ποινική νομοθεσία, βλέπε Κουράκης, Ν. (2006) (επιμέλεια, προλεγόμενα), Έμφυλη Εγκληματικότητα. Ποινική και εγκληματολογική προσέγγιση του φύλου, Αθήνα: Σάκκουλας
[5] Garland, D. (1990)., Punishment and modern society, Chicago: University of Chicago Press

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Όταν η νομιμότητα σύνορα δεν έχει



Από την συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στο BBC στις 14/02/2013, όπως αναφέρεται στο: http://www.left.gr/article.php?id=24232: «Θα εφαρμόσουμε το νόμο. Θα είμαστε άτεγκτοι στην εφαρμογή του νόμου και θα έχουμε μηδενική ανοχή απέναντι στη Χρυσή Αυγή που είναι μια συμμορία, η οποία δρα με παραβατικότητα. Όταν κάποιοι σκοτώνουν συμπολίτες μας, ανεξάρτητα από το αν έχουν το ίδιο χρώμα με εμάς ή διαφορετικό χρώμα, αυτό είναι μια παράνομη πράξη και πρέπει να συλλαμβάνονται. Θα είμαστε άτεγκτοι απέναντι σ’ αυτό. Όπως επίσης και θα εξαρθρώσουμε τους θύλακες της Χρυσής Αυγής μέσα στον κρατικό μηχανισμό. Δεν θα ανεχθούμε παραβατικότητα από κανέναν και από καμία ομάδα. Και απέναντι στις ομάδες εκείνες που χρησιμοποιούν τη βία και μπορεί να ισχυρίζονται ότι ανήκουν στον αναρχικό χώρο, που εγώ δεν το πιστεύω αυτό, γιατί θεωρώ ότι η άσκηση βίας είναι η πιο εξουσιαστική πράξη που μπορεί να κάνει κανείς, δεν μπορεί να συμβαδίζει με έναν αντεξουσιαστή να ασκεί βία. Κι αυτοί θα υποστούν τις συνέπειες του νόμου».

Επιλέγω αυτό το απόσπασμα επειδή αναδύεται εκ του μη όντος η περίφημη θεωρία των δύο άκρων, η οποία φαίνεται να αποκτά ελαστικότητα σε σχέση με το δεύτερο άκρο της, αναρχικούς και αντιεξουσιαστές αυτή τη φορά. Κι ακόμα, επειδή σ’ αυτό το απόσπασμα όπου η βία κατά των ξένων, των άλλων, αποδίδεται αποκλειστικά στη ΧΑ και κλείνοντας έτσι ιδεολογικά το θέμα.
Χθες σκεφτόμουνα, τί νόημα έχει η εκκένωση καταλήψεων όταν η ελληνική κοινωνία είναι ένα καζάνι που βράζει περιμένοντας τα χειρότερα. Και σήμερα που διαβάζω ότι οι πρόσφυγες που είχαν βρει καταφύγιο στις καταλήψεις πήραν τον δρόμο για την Πέτρου Ράλλη ή βρέθηκαν αβοήθητοι στους δρόμους, κατέρρευσαν όλες οι εύκολες ερμηνείες περί αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, επιταγές των δανειστών κλπ κλπ κι έμεινε γυμνή η βασική ερμηνεία της βίας που αναπόδραστα ενέχει το αίτημα της νομιμότητας.
Όταν ξεκίνησε το απελπισμένο ταξίδι των προσφύγων, περάσαμε ένα καλοκαίρι μετρώντας ευαισθησίες ή καταγγέλλοντας ρατσισμούς, μετρώντας κυρίως νεκρούς κι εκείνο το νεκρό μωρό είχε γίνει η εμβληματική εικόνα του προβλήματος. Δεν λέω  ότι ήταν εύκολα τα πράγματα κι αρκούσε η καλή θέληση για να εκλείψουν τα προβλήματα αλλά ειλικρινά βαρέθηκα να βλέπω το θέμα της προσφυγιάς να συρρικνώνεται σε καταγγελίες της κυβέρνησης και να απομειώνεται έτσι από τις πραγματικές διαστάσεις του που δεν χωράνε στο κουτάκι μιας χώρας και μιας κυβέρνησης.  Από την άλλη, όμως, ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό η εμπλοκή ομάδων ή ατόμων που δεν εκκινούσε από θέση θεσμικών ρόλων, δεν έλυνε προφανώς το πρόβλημα αλλά έδινε όμως μια ανάσα σε κάποιους απ’ τους πρόσφυγες και συντηρούσε το θέμα στο επίπεδο της κοινωνικής αλληλεγγύης, όσο το συντηρούσε τέλος πάντων. Και, αίφνης, αυτό το κομμάτι της αλληλεγγύης μετεγγράφεται στον χώρο της παραβίασης της νομιμότητας όπου κυριαρχεί η «κοινωνική αταξία των καταλήψεων».
Και επειδή γνωρίζουμε ότι η εξουσία δεν μπορεί να είναι ανορθολογική ή θα πιστέψουμε πως ό, τι ξέρουμε περί εξουσίας το κάνει κουρελού το αλαλούμ μιας κυβέρνησης όπου ο κάθε υπουργός κάνει ό, τι του καπνίσει ή θα περιμένουμε ν’ αποτελέσει κι αυτή η κίνηση μέρος μιας «κανονικότητας». Μια σταθερή μορφή θεσμοποιημένης πολιτικής της διαχείρισης του φόβου με κεντρικό ιδεολογικό άξονα την ανάδειξη του «εθνικού συμφέροντος» ως ισχυρότερου κάθε άλλης μορφής συλλογικού κοινωνικού συμφέροντος, όπου πρόσφυγες και αντιεξουσιαστές συγκροτούν ένα ιδιαίτερο τύπο  «πολιτικής παρέκκλισης» που συνιστά κίνδυνο καθώς τοποθετείται αντιθετικά στις θεσμικές διαδικασίες διαχείρισης του προσφυγικού ζητήματος.