Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

και πάλι ο χρόνος...

Θα μπορούσα να πω ότι έχω ήσυχη την συνείδησή μου, μιας και την [φλύαρη!] καταγγελία μου στους "εργολάβους αλληλεγγύης" την έκανα εδώ και μήνες στις στήλες της εφημερίδας ΕΠΟΧΗ. Από την άλλη μεριά, βέβαια, όταν διάβασα τότε το κείμενό μου δημοσιευμένο, ένοιωσα εξαιρετικά αμήχανη βλέποντας ν' αναπαράγονται στο λόγο μου στερεότυπα, ταξινομήσεις και χαρακτηρισμοί από το δυσθεώρητο ύψος της δικής μου πολιτικής ορθότητας, της οποίας την εγκυρότητα ελάχιστα αξίωσα τον αναγνώστη να ελέγξει, εμφανίζοντας τα επιχειρήματα μου και τη βιβλιογραφία τους ως αυτονοήτως έγκυρα.
Ας πούμε, λοιπόν, ότι αυτό είναι η αφορμή για να αναφερθώ και πάλι στην δική μου εμπόλεμη σχέση με τον χρόνο, που μου δυσκολεύει τη ζωή, με πολλές έννοιες, όπως αυτή που με αναγκάζει να «κτενίσω» μετά από ώρες κι αυτή την ανάρτηση γιατί φοβάμαι ότι, στην αρχική της εκδοχή, μόνο εγώ καταλάβαινα τι προτίθετο να πει ο ποιητής.
Έλεγα, λοιπόν, ότι κάνοντας σήμερα την πρωινή μου περιδιάβαση στους ηλεκτρονικούς τόπους των εφημερίδων, έπεσα πάλι στο ίδιο [θεατρικό!] έργο και μάλιστα στο πρώτο από τα σημερινά αναφερόμενα ως πιο δημοφιλή άρθρα της Αυγής: "Οι αυτόκλητοι "νταβατζήδες" της Κ. Κούνεβα", με την υπογραφή Σ.Κ. απ' την οποία συνάγω ότι πρόκειται για συντάκτη της εφημερίδας και όχι για κάποιον εξωτερικό αρθρογράφο [http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=457064]
Μεταφέρω κάποια αποσπάσματα:
"Ουρλιάζοντας "Κάνετε αστικό θέαμα την Κούνεβα", λες και βρίσκονταν στην οδό Βουκουρεστίου κι όχι στον Κεραμεικό, και κατηγορώντας τους συντελεστές της παράστασης πως "Βγάζετε λεφτά απ' τον πόνο της Κούνεβα", μια ομάδα νεαρών επέδραμε (πώς αλλιώς να το πει κανείς;), με μπογιές και συνθήματα, το βράδυ της Δευτέρας στο "Από Μηχανής Θέατρο", διαλύοντας την πρεμιέρα του έργου του Μισέλ Φάις Το κίτρινο σκυλί, ένα μονόλογο εμπνευσμένο από τη δολοφονική επίθεση κατά της Βουλγάρας συνδικαλίστριας [...] Δεν φημίζεται για τις καλές του σχέσεις με την τέχνη ο συγκεκριμένος "πολιτικός" χώρος. Κι αν η "παρέμβαση" που διέκοψε την πρεμιέρα του Εθνικού Θεάτρου κράτησε κάποια άλλοθι "κοσμιότητας" και η πολυήμερη κατάληψη της Λυρικής απλώς κατέδειξε την ένδεια σε φαντασία, ιδέες, πρόταγμα μιας εναλλακτικής αντίληψης για την τέχνη (εκτός κι αν τα μαθήματα ακροβατικών θεωρηθούν το... προλεταριακό αντίπαλο δέος της "αστικής" όπερας), η προχθεσινή "ενέργεια" υπερέβη τα εσκαμμένα"
Κατά [διαβολική!] σύμπτωση, μόλις χθες σ' ένα μάθημά μου, σχολιάζαμε με τους συμμετέχοντες σ' αυτό, μεταξύ άλλων κειμένων κι ένα παλιότερο δημοσίευμα της Ελευθεροτυπίας της 24/12/2008, με τίτλο "Χούλιγκαν εναντίον θεάτρου" και την υπογραφή του Σ. Αποστολάκη. Μεταφέρω κι από εκεί κάποια αποσπάσματα:
"Πρέπει να νιώθουν πολύ περήφανοι για τον εαυτό τους οι οπαδοί του Ηρακλή για το πώς κατάντησαν το θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Προχθές το βράδυ το ΚΘΒΕ έδωσε την αίθουσα στον Γυμναστικό Σύλλογο του Ηρακλή για να γιορτάσει τα 100 χρόνια του (1908 - 2008). Κι εκεί βρέθηκαν οι οπαδοί της ομάδας για να γιουχαΐσουν την ηγεσία του συλλόγου για όποια τυχόν ζητήματα παραμένουν ανοιχτά. Θεώρησαν γι' αυτό σωστό να ξεσπάσουν στο ιστορικό κτίριο του ΚΘΒΕ και της ΕΜΣ, από το σανίδι του οποίου πέρασαν άνθρωποι πολύ μεγάλης αξίας. Κάτι που, φυσικά, δεν μπορούν να σεβαστούν εκείνοι που το μόνο με το οποίο ασχολούνται είναι το πόσο εύστοχα κλοτσάνε την μπάλα διάφοροι ποδοσφαιριστές που δεν έχουν πατήσει ποτέ το ταλαντούχο ποδαράκι τους στο θέατρο, αλλά ξημεροβραδιάζονται στα ξενυχτάδικα, αμείβονται με υψηλότατα ποσά, τα οποία οι περισσότεροι οπαδοί δεν πρόκειται να δουν ποτέ στη ζωή τους, και δεν τους αγγίζουν καθόλου τα καθημερινά προβλήματα επιβίωσης των απλών ανθρώπων και των ίδιων των φιλάθλων [...]Ας πήγαιναν σε 'κανα ξενυχτάδικο που, και περισσότερο κόσμο παίρνει, και πιο γνώριμος τους είναι ο χώρος"[1]
Υπάρχει, λοιπόν, μια συνάφεια στο επίπεδο του ερμηνευτικού υπόβαθρου της βίας στα δύο δημοσιεύματα που παραθέτω, η οποία εντοπίζεται τόσο στο γεγονός ότι ο λόγος μεταφέρεται από την ίδια τη βία στους φορείς της, όσο και στους όρους συγκρότησης του υποκειμένου της βίας [2] Ενδιαφέρουσα επ' αυτού είναι η, κοινή και στα δύο δημοσιεύματα [και σε πολλά άλλα, προφανώς], ταξινόμηση των δραστών σε μια κατώτερη πολιτισμικά κατηγορία: οι συγκεκριμένες [αντι]δράσεις παύουν να είναι συγκεκριμένες, καθώς μεταφράζονται αυτόματα σε παγιωμένη στάση έλλειψης σεβασμού στο Θέατρο ως Απαραβίαστου Ναού του Πολιτισμού και έτσι, σε ρητό ή λανθάνον επίπεδο, η δράση συναρθρώνεται με κοινωνικά και ατομικά χαρακτηριστικά του δράστη της· χαρακτηριστικά τα οποία διαχωρίζουν τον στιγματισμένο από τον στιγματίζοντα, καθώς ο δεύτερος προσωποποιεί την ηθική της πολιτισμικής κανονικότητας, αν όχι κι ένα ιδεατά υψηλό ηθυκό /πολιτισμικό επίπεδο, που τον νομιμοποιεί να στιγματίζει τον "απολίτιστο". Αναπαράγεται έτσι με εντελώς ωμό τρόπο η "ιερή" διάκριση μεταξύ φύσης και κουλτούρας και η καταπάτηση των κανόνων μεταφέρει το υποκείμενο στην κατηγορία του μη εξελιγμένου, του χυδαίου, του υπάνθρωπου. Δεν είμαστε και πολύ μακρυά από τις αταβιστικές θεωρίες της εγκληματικότητας! Κυρίως, όμως, δεν είμαστε μακριά αλλά στην καρδιά ακριβώς της πολιτικής της συναίνεσης, στο βαθμό που αναπαριστώνται ως συναινετικά αποδεκτές οι δεσπόζουσες νοηματοδοτήσεις της βίας, εξορίζοντας οποιαδήποτε άλλη εκδοχή στο χώρο του μη έλλογου, του ανορθολογικού, της πούρας εγκληματικότητας με άλλα λόγια. Και μέχρι εδώ δεν θα υπήρχε πρόβλημα, εάν συνομολογούσαμε τη συναίνεση σ' αυτούς τους ορισμούς και τις ερμηνείες της βίας και των υποκειμένων της, στην επίκληση συμπαγών ερμηνευτικών κατηγοριών για τη νοηματοδότηση της βίας, τέτοιων που δεν επιδέχονται άλλες αναγνώσεις. Ωστόσο, στο δημόσιο λόγο είναι συνεχώς παρούσα και πηγή εντάσεων η διάκριση σε θεμιτές και αθέμιτες μορφές βίας -άλλοτε εξέγερση άλλοτε αλητεία, άλλοτε πολιτική διμαρτυρία άλλοτε χουλιγκανισμός- , που επιτρέπει να ορίζονται συγκυριακά τα κριτήρια και οι προθέσεις του "βίαιου υποκειμένου", να εντάσσεται πότε στο Εμείς και πότε στο Άλλος. Και η σύγκρουση δεν είναι μόνον εξωτερική· είναι μια σύγκρουση που εκδηλώνεται και εντός του αντισυμβατικού, κριτικού πολιτικού λόγου [δεν ξέρω πώς αλλιώς να ορίσω την ρητορική περί πολιτικής απείθειας] καθώς εκπορεύεται από μια χαοτική αντίληψη περί βίας, η οποία ως τέτοια είναι πάντα ανοιχτή στο ενδεχόμενο να αναπαράγει, έστω και με άλλο ιδίωμα, ατόφια την πολιτική της συναίνεσης. Και πάλι ο χρόνος, λοιπόν, που τσιγκουνευόμαστε να διαθέσουμε στην Πολιτική ενόψει της ανάγκης να διεκπεραιώνουμε την τρέχουσα πολιτική. Από θέση άμυνας μιλάω κι εγώ, μη τολμώντας να εξαιρέσω τον εαυτό μου από την "πολιτική της διεκπεραίωσης"
[1] Ως υποσημείωση απλώς, αναφέρω ότι το επιχείρημα της πολιτισμικής συνάφειας των δραστών με τα ξενυχτάδικα, υπήρχε και στο κείμενο των Δοξιάδη, Θεοδωρόπουλου και Μάρκαρη, εκείνο που εκπονήθηκε με αφορμή τις παρεμβάσεις σπουδαστών δραματικών σχολών σε θεατρικές παραστάσεις, στα γεγονότα του Δεκέμβρη.
[2] Δες την πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση του Αριστοτέλη Νικολαϊδη για τον χουλιγκανισμό και τα ΜΜΕ. Προτείνω: http://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2009/04/m-2009-m-15-16.html
και

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου